Выбрать главу

«Ποιοι;» ρώτησε ο Ραντ, κοιτώντας επιφυλακτικά τριγύρω. Του αντιγύρισαν το βλέμμα τα ημιτελή παλάτια γύρω από τη μεγάλη, χαώδη πλατεία. Σίγουρα το Ρουίντιαν ήταν άδειο, εκτός από τους δυο τους. Εκτός αν ο Μουράντιν ήταν ακόμα ζωντανός κάπου.

«Εκείνοι... στην άλλη μεριά... της στρεβλής πόρτας». Ο Ματ κατάπιε με πόνο, ανακάθισε και πήρε μια βαθιά, τραχιά ανάσα. «Έχει μία κι εδώ, Ραντ». Ακόμα ο λαιμός του ακουγόταν σαν γδαρμένος.

«Μπόρεσες να μπεις; Απάντησαν στις ερωτήσεις;» Αυτό θα ήταν χρήσιμο. Χρειαζόταν απελπισμένα κι άλλες απαντήσεις. Είχε χίλιες ερωτήσεις και ελάχιστες απαντήσεις.

«Δεν απαντούν», είπε βραχνά ο Ματ. «Κοροϊδεύουν. Και πήγαν να με σκοτώσουν». Έπιασε το περιδέραιο, ένα ασημένιο κεφάλι αλεπούς, πλατύ σχεδόν όσο η παλάμη του, και ύστερα από λίγο το έχωσε στην τσέπη του με μια γκριμάτσα. «Τουλάχιστον πήρα κάτι απ' αυτούς». Μάζεψε το παράξενο δόρυ και χάιδεψε με τα ακροδάχτυλα το μαύρο κοντάρι. Μια γραμμή από μια παράξενη, ελικοειδή γραφή το διέτρεχε σε όλο του το μήκος, πλαισιωμένη από δύο ενσφηνωμένα πουλιά από μέταλλο πιο σκούρο κι από το ξύλο. Ο Ραντ τα πέρασε για κοράκια. Δύο ακόμα ήταν χαραγμένα στη λεπίδα. Μ' ένα τραχύ, σαρκαστικό γέλιο, ο Ματ σηκώθηκε όρθιος κι έγειρε ελαφρά πάνω στο δόρυ, του οποίου η λεπίδα ξεκινούσε στο ύψος του κεφαλιού του. Δεν έκανε τον κόπο να δέσει τα κορδόνια του πουκάμισού του ή να κουμπώσει το σακάκι του. «Θα κρατήσω κι αυτό. Δικό τους το αστείο, αλλά θα το κρατήσω».

«Αστείο;»

Ο Ματ ένευσε. «Αυτό που λέει.

“Έτσι γράφεται η συνθήκη μας· έτσι γίνεται η συμφωνία. Η σκέψη είναι το βέλος του χρόνου· η μνήμη δεν σβήνει ποτέ. Αυτό που ζητήθηκε, δόθηκε. Το τίμημα πληρώθηκε”.

«Ωραίο αστείο, βλέπεις. Αν βρω ποτέ την ευκαιρία, θα τους κόψω με το ίδιο τους το πνεύμα. Θα τους δώσω “σκέψη και μνήμη”». Μόρφασε καθώς έξυνε τα μαλλιά του. «Φως μου, πώς πονάει το κεφάλι μου. Στριφογυρνά σαν χίλια κομμάτια από όνειρο, που το καθένα είναι μια βελόνα. Λες να κάνει τίποτα η Μουαραίν, αν το ζητήσω;»

«Είμαι βέβαιος», απάντησε αργά ο Ραντ. Σίγουρα ο Ματ πονούσε πολύ για να ζητά τη βοήθεια της Άες Σεντάι. Κοίταξε πάλι το σκούρο κοντάρι του δόρατος. Το χέρι του Ματ έκρυβε ένα μεγάλο μέρος της γραφής, αλλά όχι όλο. Ό,τι κι αν ήταν, δεν είχε ιδέα τι έλεγε. Πώς το είχε καταλάβει ο Ματ; Τα άδεια παράθυρα του Ρουίντιαν τον κοίταζαν περιπαιχτικά. Κρύβουμε πολλά μυστικά, έμοιαζαν να λένε. Περισσότερα απ' όσα νομίζεις. Χειρότερα απ' όσα νομίζεις. «Πάμε να φύγουμε τώρα, Ματ. Δεν με νοιάζει αν χρειαστεί να διασχίσουμε την κοιλάδα μέσα στη νύχτα. Όπως είπες, θα κάνει δροσιά. Δεν θέλω να μείνω άλλο εδώ».

«Μου φαίνεται καλή ιδέα», είπε ο Ματ βήχοντας. «Όμως να πιούμε πρώτα λίγο νεράκι στο σιντριβάνι».

Ο Ραντ ακολούθησε το ρυθμό του Ματ, που στην αρχή ήταν αργός, καθώς προχωρούσε κουτσά και χρησιμοποιούσε το δόρυ για να στηρίζεται. Κοντοστάθηκε μια φορά για να κοιτάξει δύο φιγούρες, έναν άντρα και μια γυναίκα που κρατούσαν κρυστάλλινες σφαίρες, αλλά τους άφησε εκεί. Δεν είχε έρθει ακόμα η ώρα. Θα αργούσε πολύ να έρθει, αν ήταν τυχερός.

Όταν άφησαν πίσω τους την πλατεία, τα ημιτελή παλάτια που ορθώνονταν στο δρόμο είχαν απειλητική όψη και οι οδοντωτές κορφές τους έμοιαζαν με τείχη μεγάλων φρουρίων. Ο Ραντ αγκάλιασε το σαϊντίν, αν και δεν έβλεπε πραγματική απειλή. Εντούτοις την ένιωθε, ήταν σαν να είχε φονικά μάτια στυλωμένα στην πλάτη του. Το Ρουίντιαν ήταν ειρηνικό και άδειο, δίχως σκιές σ' εκείνη τη γαλάζια ανταύγεια της ομιχλώδους οροφής του. Η σκόνη στους δρόμους κυμάτισε στον άνεμο... Τον άνεμο. Δεν υπήρχε άνεμος.

«Ωχ, κάψε με τώρα», μουρμούρισε ο Ματ. «Ραντ, νομίζω ότι μπλέξαμε. Να τι παθαίνω που σου κάνω παρέα. Πάντα με βάζεις σε μπελάδες».

Τα κυματάκια έρχονταν πιο γρήγορα, ενώνονταν για να σχηματίσουν παχύτερες γραμμές, τρεμούλιαζαν συνεχώς.

«Μπορείς να προχωρήσεις πιο γρήγορα;» ρώτησε ο Ραντ.

«Να περπατήσω; Μα το αίμα και τις στάχτες, μπορώ να τρέξω». Ο Ματ έπιασε λοξά το δόρυ στο στήθος και συνόδευσε τα λόγια του με έναν απότομο πήδο.

Τρέχοντας δίπλα του, ο Ραντ εμφάνισε ξανά το σπαθί του, μην ξέροντας τι θα μπορούσε να κάνει μ' αυτό κόντρα σε ριγηλές γραμμές σκόνης, μην ξέροντας αν υπήρχε όντως ανάγκη. Ήταν απλή σκόνη. Όχι, που να πάρει, κάθε άλλο παρά απλή σκόνη. Είναι μια από εκείνες τις φυσαλίδες. Το κακό τον Σκοτεινού, που πλέει στο Σχήμα και αναζητά τα'βίρεν. Ξέρω ότι αυτό είναι.

Ολόγυρά τους η σκόνη κυμάτισε και τρεμούλιασε, ενώ μαζευόταν και πύκνωνε. Ξαφνικά, ακριβώς μπροστά του, μια μορφή ορθώθηκε στη δεξαμενή ενός στεγνού σιντριβανιού, μια συμπαγής, ανδρική μορφή, σκοτεινή, δίχως χαρακτηριστικά, με δάχτυλα σαν γαμψώνυχα. Σιωπηλά, χίμηξε πάνω τους.