Выбрать главу

Ο Ραντ αντέδρασε ακαριαία —Το Φεγγάρι Υψώνεται Πάνω Από Τα Νερά― και η λεπίδα της Δύναμης έσκισε τη σκοτεινή μορφή. Μέχρι ν' ανοιγοκλείσει τα μάτια, είχε απομείνει μόνο ένα πυκνό σύννεφο σκόνης, που έπεφτε απαλά στο οδόστρωμα.

Την αντικατέστησαν όμως άλλες, μαύρες μορφές, δίχως χαρακτηριστικά, που χιμούσαν απ' όλες τις κατευθύνσεις, όλες ανόμοιες μεταξύ τους, όμως πάντα απλώνοντας εκείνα τα γαμψώνυχα. Ο Ραντ χόρευε με τις φιγούρες της ξιφασκίας γύρω τους και η λεπίδα του έπλεκε περίπλοκα σχήματα στον αέρα, αφήνοντας πίσω αιωρούμενους κόκκους. Ο Ματ χρησιμοποιούσε το δόρυ του σαν πολεμική ράβδο, που ήταν σαν μια περιστρεφόμενη θολούρα, όμως αξιοποιούσε τη λεπίδα της σαν να χρησιμοποιούσε ανέκαθεν αυτό το όπλο. Τα πλάσματα πέθαιναν —ή τουλάχιστον ξαναγίνονταν σκόνη — όμως ήταν πολλά και γρήγορα. Αίμα κυλούσε από το πρόσωπο του Ραντ και η παλιά λαβωματιά στο πλευρό του τον έκαιγε, έτοιμη να ξανανοίξει. Το κόκκινο υγρό απλωνόταν και στο πρόσωπο του Ματ, όπως και στο στήθος του. Ήταν πολλά, και ήταν γρήγορα.

Δεν κάνεις ούτε το ένα δέκατο απ' όσα ήδη μπορείς. Αυτό του είχε πει η Λανφίαρ. Γέλασε καθώς χόρευε με τις φιγούρες. Είχε διδαχθεί από έναν Αποδιωγμένο. Μπορούσε να το κάνει, αν και όχι όπως σκόπευε η Λανφίαρ. Ναι, μπορούσε. Διαβίβασε, ύφανε ίνες της Δύναμης κι έστειλε έναν ανεμοστρόβιλο στο κέντρο κάθε μαύρης μορφής. Αυτές εξερράγησαν, δημιουργώντας σύννεφα σκόνης που του έφεραν βήχα. Ως εκεί που έφτανε το βλέμμα του, σκόνη έπεφτε από τον αέρα.

Βήχοντας, ο Ματ έγειρε στο δόρυ του με το σκούρο κοντάρι λαχανιασμένος. «Εσύ το έκανες αυτό;» είπε με φωνή ασθματικού, σκουπίζοντας αίμα από τα μάτια του. «Καιρός ήταν. Αφού ήξερες πώς γίνεται, γιατί δεν το έκανες ευθύς από την αρχή, που να πάρει;»

Ο Ραντ έκανε να ξαναγελάσει -επειδή δεν το σκέφτηκα. Επειδή δεν ήξερα πώς να το κάνω, πριν το κάνω― όμως το γέλιο πάγωσε στο στόμα του. Σκόνη έπεφτε από τον αέρα κι όταν έφτανε στο έδαφος, άρχιζε να κυματίζει. «Τρέξε», είπε. «Πρέπει να φύγουμε από δω. Τρέξε!»

Άρχισαν να τρέχουν προς την ομίχλη ο ένας δίπλα στον άλλο, κόβοντας τις γραμμές της σκόνης όταν αυτές έδειχναν να πυκνώνουν πολύ, κλωτσώντας τες, κάνοντας τα πάντα για να μην τις αφήσουν να γίνουν συμπαγείς. Ο Ραντ έστελνε ανέμους να στριφογυρίζουν τρελά προς όλες τις κατευθύνσεις. Η διαλυμένη σκόνη αμέσως άρχιζε να τρέμει και να ενώνεται ξανά, και τώρα το έκανε πριν καν φτάσει στο έδαφος. Συνέχισαν να τρέχουν, χώθηκαν στην ομίχλη, την πέρασαν και βγήκαν στο μουντό φως με τις έντονες σκιές.

Με το πλευρό του να πονάει, ο Ραντ έστριψε, έτοιμος να δοκιμάσει αστραπές, φωτιά, οτιδήποτε. Τίποτα δεν βγήκε από την ομίχλη για να τους ακολουθήσει. Ίσως η ομίχλη να ήταν ένα τείχος γι' αυτές τις σκοτεινές μορφές. Ίσως να τις κρατούσε μέσα. Ίσως... Δεν ήξερε. Δεν τον ένοιαζε ιδιαίτερα, αρκεί να μην τον ακολουθούσαν τα πλάσματα.

«Που να καώ», μουρμούρισε βραχνά ο Ματ, «ήμασταν μέσα όλη νύχτα. Κοντεύει να φέξει. Δεν κατάλαβα ότι είχε περάσει τόση ώρα».

Ο Ραντ κοίταξε τον ουρανό. Ο ήλιος ακόμα δεν είχε σηκωθεί από τα βουνά· μια οδυνηρή, εκτυφλωτική άλως περιέβαλλε τις τραχιές κορυφές. Μακριές σκιές απλώνονταν στον πυθμένα της κοιλάδας. Θα έρθει από το Ρουίντιαν την αυγή και θα σας ενώσει με ακατάλυτα δεσμά. Θα σας γυρίσει πίσω και θα σας καταστρέψει.

«Ας ξανανέβουμε το βουνό», είπε χαμηλόφωνα. «Θα μας περιμένουν». Θα με περιμένουν.

27

Μέσα Στις Οδούς

Το σκοτάδι των Οδών στρίμωχνε το φως που ξεχυνόταν από το φανάρι του Πέριν, αφήνοντας μονάχα μια λιμνούλα με σαφή όρια γύρω από τον ίδιο και τον Γκαούλ. Οι τριγμοί της σέλας του και οι ξεροί κρότοι των οπλών στην πέτρα δεν έμοιαζαν να περνούν πέρα από το χείλος του φωτός. Δεν υπήρχε η παραμικρή οσμή στον αέρα· τίποτα. Ο Αελίτης προχωρούσε με άνεση δίπλα στον Γοργοπόδη και δεν έχανε από τα μάτια του την αμυδρή λάμψη των φαναριών της ομάδας του Λόιαλ μπροστά τους. Ο Πέριν αρνιόταν να τη λέει ομάδα της Φάιλε. Ο Γκαούλ δεν έδειχνε να ενοχλείται από τις Οδούς, παρά τη φήμη τους. Ο Πέριν έστηνε συνεχώς αφτί, δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς, όπως έκανε σχεδόν δύο μέρες τώρα ― ό,τι κι αν σήμαινε η λέξη «μέρα» σε ένα μέρος δίχως φως όπως αυτό. Τα αφτιά του ήταν τα πρώτα που θα έπιαναν τον ήχο που θα σήμαινε το θάνατο τους, ή κάτι χειρότερο, τον ήχο του ανέμου που σηκωνόταν εκεί που ποτέ δεν φυσούσε άνεμος. Δεν ήταν άνεμος αλλά το Μάτσιν Σιν, ο Μαύρος Άνεμος, που έτρωγε ψυχές. Κατά τη γνώμη του, το να ταξιδεύεις στις Οδούς ήταν αμυαλιά και μωρία, όμως όταν καλούσε η ανάγκη, τότε και αυτό που ήταν βλακώδες άλλαζε.

Το αχνό φως μπροστά σταμάτησε να κινείται κι ο Πέριν τράβηξε τα γκέμια στη μέση μιας αρχαίας κατασκευής που έμοιαζε με πέτρινη γέφυρα, η οποία κύρτωνε πάνω από το απόλυτο σκοτάδι· ήταν αρχαία επειδή αυτό έδειχναν τα ραγίσματα στα πλαϊνά της γέφυρας, οι λακκουβίτσες και οι ρηχοί, ανώμαλοι κρατήρες που γέμιζαν το οδόστρωμα. Πιθανότατα έστεκε εκεί περίπου τρεις χιλιάδες χρόνια, όμως τώρα έμοιαζε έτοιμη να πέσει. Ίσως κι αυτή τη στιγμή.