Το άλογο φόρτου κόλλησε στον Γοργοπόδη: τα ζώα χλιμίντρισαν και κοίταξαν ανήσυχα το σκοτάδι που τα κύκλωνε. Ο Πέριν ήξερε πώς ένιωθαν. Αν ήταν μερικοί άνθρωποι ακόμα στην παρέα, θα αλάφρωνε το βάρος αυτής της ατέλειωτης νύχτας. Πάντως, ο ίδιος δεν θα πλησίαζε άλλο τα φανάρια εκεί μπροστά, ακόμα κι αν ήταν μόνος του. Δεν θα ριψοκινδύνευε να επαναλάβει αυτό που είχε συμβεί στο πρώτο Νησί, λίγο αφότου είχαν μπει στην Πύλη του Δακρύου. Έξυσε ενοχλημένος το σγουρό γένι του. Δεν ήξερε τι περίμενε, αλλά...
Τα φανάρια ταλαντεύονταν στα κοντάρια όταν κατέβηκε από τη σέλα και οδήγησε τον Γοργοπόδη και το άλογο φόρτου στον Οδηγό, μια ψηλή στήλη από λευκή πέτρα, την οποία σκέπαζαν ολόκληρη ελικοειδή, ασημένια χαράγματα που θύμιζαν αόριστα κληματσίδες και φύλλα, φαγωμένα σαν να τα είχε πιτσιλίσει οξύ. Φυσικά δεν μπορούσε να τα διαβάσει —θα τα διάβαζε ο Λόιαλ· ήταν Ογκιρανή γραφή― και ύστερα από λίγο έκανε ένα γύρο, εξετάζοντας το Νησί. Ήταν ίδιο με τα άλλα που είχε δει, με ένα τείχος από λευκή πέτρα που έφτανε ως το στήθος του, με απλές καμπύλες και στροφές, που δημιουργούσαν ένα πολύπλοκο σχήμα. Κατά διαστήματα, γέφυρες τρυπούσαν τα τείχη και κύρτωναν στο σκοτάδι, ενώ ράμπες δίχως κιγκλίδωμα ανηφόριζαν και κατηφόριζαν χωρίς κανένα υποστήριγμα, απ' όσο μπορούσε να διακρίνει. Παντού υπήρχαν ραγίσματα, τραχιές, μικρές λακκούβες και ρηχοί κρατήρες, λες και σάπιζε η πέτρα. Όταν τα άλογα προχωρούσαν, ακουγόταν ένα τρίξιμο από την πέτρα που τριβόταν κάτω από τις οπλές τους. Ο Γκαούλ κοίταζε στο σκοτάδι χωρίς να δείχνει καθόλου νευρικότητα, όμως δεν ήξερε τι μπορεί να υπήρχε εκεί έξω. Ο Πέριν ήξερε πολύ καλά.
Όταν έφτασαν ο Λόιαλ και οι άλλοι, η Φάιλε αμέσως πήδηξε από τη μαύρη φοράδα της και πήγε ίσια στον Πέριν, με το βλέμμα καρφωμένο στο πρόσωπό του. Αυτός ήδη είχε μετανιώσει που την είχε βάλει σε αγωνία, αλλά τώρα η Φάιλε δεν φαινόταν καθόλου ανήσυχη. Δεν μπορούσε να περιγράψει την έκφρασή της σαν κάτι άλλο εκτός από αποφασισμένη.
«Αποφάσισες να μου μιλήσεις, αντί να τα λες αλλού για —;»
Τον χαστούκισε μ' όλη της τη δύναμη και ο Πέριν είδε φωτεινές κουκκίδες να χορεύουν μπροστά στα μάτια του. «Τι νομίζεις ότι κάνεις», του είπε, έφτυσε σχεδόν, «και χιμάς έτσι, σαν αγριογούρουνο; Δεν σε νοιάζει τίποτα. Τίποτα!»
Αυτός ανάσανε αργά, βαθιά. «Σον ζήτησα κι άλλοτε να μην το κάνεις αυτό». Τα μαύρα, λοξά μάτια της πλάτυναν, σαν να είχε πει κάτι εξοργιστικό. Ο Πέριν έτριβε το μάγουλό του όταν τον πέτυχε το δεύτερο χαστούκι στην άλλη μεριά του, σχεδόν ξεκολλώντας τον το σαγόνι. Οι Αελίτες παρακολουθούσαν με ενδιαφέρον και ο Λόιαλ με τα αφτιά κρεμασμένα.
«Σου ζήτησα να μην το κάνεις αυτό», μούγκρισε. Η γροθιά της δεν ήταν πολύ μεγάλη, όμως το ξαφνικό χτύπημα χαμηλά στα πλευρά του Πέριν του έκοψε την ανάσα και τον έκανε να διπλωθεί στο πλάι· αυτή ετοίμασε ξανά τη γροθιά της. Ο Πέριν γρύλισε, την άρπαξε από το σβέρκο και...
Ε, δικό της ήταν το σφάλμα. Έτσι ήταν. Της είχε ζητήσει να μην τον χτυπά, της το είχε πει. Δικό της το σφάλμα. Ξαφνιάστηκε, όμως, που η Φάιλε δεν είχε δοκιμάσει να βγάλει κάποιο μαχαίρι· ήξερε ότι ήταν γεμάτη μαχαίρια, σαν τον Ματ.
Η Φάιλε είχε γίνει έξω φρενών, φυσικά. Έξω φρενών με τον Λόιαλ, που είχε προσπαθήσει να παρέμβει· μπορούσε να τα βγάλει πέρα μόνη της. Έξω φρενών με την Μπάιν και την Τσιάντ, που δεν είχαν παρέμβει· είχε σαστίσει ακούγοντάς τες, όταν της είχαν πει ότι νόμιζαν πως δεν θα ήθελε την παρέμβασή τους σε έναν καβγά που είχε αρχίσει η ίδια. Όταν επιλέγεις τη μάχη, είχε πει η Μπάιν, επιλέγεις και τις συνέπειες, είτε κερδίσεις, είτε χάσεις. Αλλά δεν φαινόταν πια θυμωμένη μαζί του ούτε στο ελάχιστο. Αυτό του προκαλούσε νευρικότητα. Απλώς τον κοίταζε, με τα μαύρα μάτια της να γυαλίζουν από δάκρυα που δεν είχαν χυθεί, κάτι που τον έκανε να νιώσει ένοχος και αμέσως μετά να θυμώσει. Γιατί να νιώθει ένοχος; Μήπως έπρεπε να την αφήσει να τον χτυπάει όσο τραβούσε η καρδιά της; Η Φάιλε είχε καβαλήσει τη Σουώλοου και είχε καθίσει στη σέλα με την πλάτη αλύγιστη, χωρίς καν να προσπαθεί να κάτσει λίγο πιο αναπαυτικά, κοιτάζοντάς τον με μια δυσνόητη έκφραση. Αυτό του προκαλούσε νευρικότητα. Ευχόταν σχεδόν να είχε βγάλει το μαχαίρι της. Σχεδόν.