Выбрать главу

«Προχωρούν πάλι», είπε ο Γκαούλ.

Ο Πέριν ξαναβρέθηκε απότομα στο παρόν. Το άλλο φως προχωρούσε. Και ύστερα σταμάτησε. Κάποιος είχε προσέξει ότι το φως του δεν τους ακολουθούσε ακόμα. Μάλλον ο Λόιαλ. Τη Φάιλε ίσως να μην την ένοιαζε αν ο Πέριν χανόταν, αν και οι Αελίτισσες δυο φορές είχαν προσπαθήσει να τον πείσουν να περπατήσει λίγο μαζί τους. Ο Πέριν δεν είχε ανάγκη να δει το ανάλαφρο κούνημα του κεφαλιού του Γκαούλ για να αρνηθεί. Κέντρισε τον Γοργοπόδη να προχωρήσει, οδηγώντας το φορτωμένο άλογο.

Ο Οδηγός εδώ ήταν από τους πιο φαγωμένους που είχε δει, όμως τον προσπέρασε μόνο με μια ματιά. Το φως των άλλων φαναριών ήδη ακολουθούσε μια ελαφρώς κατηφορική ράμπα και ο Πέριν το ακολούθησε αναστενάζοντας. Μισούσε τις ράμπες. Με μοναδική συνοδεία το σκοτάδι δίπλα της, η ράμπα που ακολουθούσε καμπύλωσε, χαμήλωσε, έστριψε και ο Πέριν δεν διέκρινε τίποτα, εκτός από το αχνό φως του φαναριού που λικνιζόταν πάνω από το κεφάλι του. Κάτι του έλεγε ότι μια πτώση από το χείλος της δεν θα είχε τέλος. Ο Γοργοπόδης και το φορτωμένο άλογο προχωρούσαν στη μέση της ράμπας δίχως κάποια δική του προτροπή, ενώ ακόμα και ο Γκαούλ απέφευγε την άκρη. Το χειρότερο ήταν ότι η ράμπα έφτασε σε άλλο ένα Νησί· δεν μπορούσε να αποφύγει την υποψία ότι αυτό εδώ βρισκόταν ακριβώς πάνω από το άλλο, από το οποίο είχαν μόλις φύγει. Χάρηκε όταν είδε τον Γκαούλ να κοιτάζει ψηλά, χάρηκε επειδή δεν ήταν ο μόνος που αναρωτιόταν τι στήριζε τα Νησιά και αν άντεχε ακόμα.

Τα φανάρια του Λόιαλ και της Φάιλε είχαν σταματήσει για άλλη μια φορά πλάι στον Οδηγό κι έτσι ο Πέριν τράβηξε πάλι τα χαλινάρια, έχοντας μόλις κατέβει από τη ράμπα. Αυτή τη φορά, όμως, οι άλλοι δεν προχώρησαν. Έπειτα από μερικές στιγμές, ακούστηκε η φωνή της Φάιλε. «Πέριν», τον κάλεσε.

Αντάλλαξε ματιές με τον Γκαούλ και ο Αελίτης σήκωσε τους ώμους. Η Φάιλε είχε να μιλήσει στον Πέριν από...

«Πέριν, για έλα εδώ». Ο τόνος δεν ήταν ακριβώς αυταρχικός, αλλά ούτε και τον παρακαλούσε.

Η Μπάιν και η Τσιάντ κάθονταν ανακούρκουδα πλάι στον Οδηγό και ο Λόιαλ με τη Φάιλε είχαν βάλει κοντά τα άλογά τους, με τα φανάρια έτοιμα. Ο Ογκιρανός κρατούσε το σκοινί που οδηγούσε όλα τα ζώα· οι τούφες των αφτιών του σπαρτάρισαν, καθώς κοίταζε μια τη Φάιλε και μια τον Πέριν. Εκείνη, αντιθέτως, έμοιαζε απορροφημένη στο να σιάζει τα γάντια ιππασίας της, που ήταν από μαλακό, πράσινο δέρμα, με χρυσά γεράκια κεντημένα στη ράχη. Είχε αλλάξει και την ενδυμασία της. Η καινούρια ήταν ραμμένη με τον ίδιο τρόπο, με ψηλό γιακά και στενή, σχιστή φούστα, όμως ήταν από σκούρο πράσινο μετάξι και με κάποιον τρόπο έμοιαζε να τονίζει τον κόρφο της. Ο Πέριν δεν είχε ξαναδεί αυτά τα ρούχα.

«Τι θέλεις;» τη ρώτησε επιφυλακτικά.

Εκείνη σήκωσε το βλέμμα λες και είχε ξαφνιαστεί που τον είδε, έγειρε το κεφάλι σκεφτική και μετά χαμογέλασε, σαν να είχε ανακαλύψει μόλις τώρα αυτό που πήγαινε να πει. «Α, ναι, ήθελα να δω αν μπορείς να μάθεις να έρχεσαι όταν σε φωνάζω». Το χαμόγελό της έγινε πιο πλατύ· σίγουρα επειδή είχε ακούσει τα δόντια του να τρίζουν. Ο Πέριν έξυσε τη μύτη του· σ' αυτό το μέρος υπήρχε μια αμυδρή, ξινή μυρωδιά.

Ο Γκαούλ χασκογέλασε. «Σαν να προσπαθείς να καταλάβεις τον ήλιο, Πέριν. Απλώς υπάρχει, δεν χρειάζεται να τον καταλάβεις. Δεν μπορείς να ζήσεις χωρίς αυτόν, όμως απαιτεί ένα τίμημα. Το ίδιο είναι και με τις γυναίκες».

Η Μπάιν έγειρε για να ψιθυρίσει κάτι στο αφτί της Τσιάντ και μετά γέλασαν μαζί. Από τον τρόπο που κοίταζαν τον ίδιο και τον Γκαούλ, ο Πέριν ήταν σίγουρος ότι δεν θα του άρεσε αυτό που είχαν βρει τόσο αστείο.

«Δεν είναι καθόλου έτσι», μπουμπούνισε ο Λόιαλ, με τα αφτιά του να κουνιούνται ταραγμένα. Έριξε μια ματιά όλο κατηγόρια στη Φάιλε, κάτι που δεν την πτόησε καθόλου· του χαμογέλασε αόριστα και καταπιάστηκε πάλι με τα γάντια της, ταιριάζοντας πάλι σωστά το κάθε δάχτυλο. «Λυπάμαι, Πέριν. Επέμεινε να σε καλέσει αυτή. Να ο λόγος. Είμαστε εδώ». Έδειξε τη βάση του Οδηγού, απ' όπου ξεκινούσε μια φαρδιά, λευκή δίοδος γεμάτη με λακκούβες, όχι προς μια άλλη γέφυρα ή μια ράμπα, αλλά προς το σκοτάδι. «Η Πύλη του Μανέθερεν, Πέριν».

Ο Πέριν ένευσε, χωρίς να μιλήσει. Δεν θα πρότεινε να ακολουθήσουν τη γραμμή, γιατί η Φάιλε θα τον κατηγορούσε ότι ήθελε να έχει το πάνω χέρι. Έτριψε πάλι αφηρημένα τη μύτη του· ήταν ενοχλητική εκείνη η σχεδόν ανεπαίσθητη οσμή σαπίλας. Δεν θα της πρόσφερε καμία συμβουλή, όσο συνετή κι αν ήταν. Αν η Φάιλε ήθελε να είναι αρχηγός τους, με γεια της με χαρά της. Μα καθόταν στη σέλα της και έπαιζε με τα γάντια, προφανώς περιμένοντας τον Πέριν να κάνει κάποιο σχόλιο, ώστε να του ανταπαντήσει με κάποια πνευματώδη ατάκα. Εκείνης της άρεσαν οι πνευματώδεις ατάκες· εκείνου του άρεσε να λέει αυτό που εννοούσε. Έστριψε εκνευρισμένος τον Γοργοπόδη, με σκοπό να προχωρήσει χωρίς τη Φάιλε ή τον Λόιαλ. Η γραμμή οδηγούσε στην Πύλη και εκεί θα έβρισκε μόνος το φύλλο του Αβεντεσόρα που την άνοιγε.