Παρ' όλο που ήταν πεσμένος κάτω και ουσιαστικά ακέφαλος, ο Μυρντράαλ ακόμα σφάδαζε, κουνώντας στα τυφλά τη σφυρηλατημένη στο Θακαν'ντάρ λεπίδα του. Ο Γοργοπόδης τινάχτηκε πίσω χλιμιντρίζοντας νευρικά και ξαφνικά ο Πέριν ένιωσε σαν να τον είχαν λούσει με παγωμένο νερό. Το μαύρο ατσάλι άνοιγε πληγές που ακόμα και οι Άες Σεντάι δυσκολεύονταν να Θεραπεύσουν, αλλά αυτός είχε ορμήσει εκεί ανέμελος. Τα δόντια μου στο λαιμ... Φως μου, πρέπει να συγκρατιέμαι. Πρέπει!
Ακόμα άκουγε πνιχτούς ήχους από το σκοτάδι στην άλλη άκρη του Νησιού: το ποδοβολητό οπλών, το ξύσιμο από μπότες, τραχιές ανάσες και λαρυγγώδη μουρμουρητά. Κι άλλοι Τρόλοκ· δεν ήξερε να πει πόσοι ήταν. Κρίμα που δεν ήταν συνδεμένοι με τον Μυρντράαλ, ίσως όμως να δίσταζαν να επιτεθούν χωρίς αυτόν να τους οδηγεί. Οι Τρόλοκ συνήθως ήταν δειλοί με τον τρόπο τους, προτιμούσαν να έχουν την αριθμητική υπεροχή και να σκοτώνουν με την ευκολία τους. Αλλά ακόμα και χωρίς Μυρντράαλ, στο τέλος θα πείθονταν μόνοι τους να επιτεθούν.
«Στην Πύλη», είπε. «Πρέπει να βγούμε, πριν αποφασίσουν να προχωρήσουν χωρίς αυτόν». Έδειξε με το ματωμένο τσεκούρι τον Ξέθωρο, που σφάδαζε ακόμα. Η Φάιλε γύρισε αμέσως τη Σουώλοου κι ο Πέριν ξαφνιάστηκε πολύ. «Τι, χωρίς τσακωμό;» είπε ασυναίσθητα.
«Όταν μιλάς λογικά, όχι», του είπε αυτή ζωηρά. «Όταν μιλάς λογικά, όχι. Λόιαλ;»
Ο Ογκιρανός ξεκίνησε πρώτος, πάνω στο ψηλό άλογό του με τα τριχωτά υποκνήμια. Ο Πέριν ακολούθησε με τον Γοργοπόδη τη Φάιλε και τον Λόιαλ, έχοντας το σφυρί στο χέρι και τους Αελίτες στο πλάι του, που τώρα όλοι είχαν τα τόξα έτοιμα. Τους ακολούθησαν στο σκοτάδι οπλές και μπότες που σέρνονταν, καθώς και σκληρά μουρμουρητά σε μια γλώσσα πολύ τραχιά για ανθρώπους. Συνέχισαν να προχωρούν, με τα μουρμουρητά να ζυγώνουν, καθώς έπαιρναν θάρρος.
Ο Πέριν άκουσε άλλο έναν ήχο, σαν μετάξι που τρίβεται πάνω σε μετάξι. Ένα ρίγος διέτρεξε τη σπονδυλική του στήλη. Δυνάμωσε, η εκπνοή ενός μακρινού γίγαντα, υψώθηκε, χαμήλωσε, υψώθηκε ακόμα πιο πολύ. «Βιάσου!» φώναξε. «Βιάσου!»
«Αυτό κάνω», γάβγισε ο Λόιαλ. «Το... Αυτός ο ήχος! Μήπως είναι...; Το Φως να φωτίζει τις ψυχές μας και το χέρι του Δημιουργού να μας προστατεύει! Ανοίγει! Ανοίγει! Εγώ πρέπει να μείνω τελευταίος. Έξω! Έξω! Αλλά όχι πολύ... Όχι, Φάιλε!»
Ο Πέριν διακινδύνευσε να ρίξει μια ματιά πάνω από τον ώμο του. Οι δύο πόρτες, από φύλλα που έμοιαζαν ζωντανά, άνοιγαν και φανέρωναν μια ορεινή περιοχή, σαν να την έβλεπες μέσα από καπνισμένο γυαλί. Ο Λόιαλ είχε ξεπεζέψει για να βγάλει το φύλλο του Αβεντεσόρα που ξεκλείδωνε την έξοδο, ενώ η Φάιλε είχε πιάσει το σκοινί που έσερνε τα φορτωμένα ζώα και τα γκέμια του πελώριου αλόγου του Λόιαλ. «Ακολουθήστε με! Γρήγορα!» φώναξε με βιάση και χτύπησε με τις μπότες τα πλευρά της Σουώλοου. Η Δακρινή φοράδα έτρεξε προς το άνοιγμα.
«Ακολουθήστε την!» είπε ο Πέριν στους Αελίτες. «Βιαστείτε! Αυτό δεν πολεμιέται». Εκείνοι, σοφά, δίστασαν μονάχα μια στιγμή πριν ξεκινήσουν κι ο Γκαούλ άρπαξε το σκοινί του φορτωμένου αλόγου. Ο Γοργοπόδης πήγε πλάι στον Λόιαλ. «Μπορείς να την κλειδώσεις με κάποιον τρόπο; Να την μπλοκάρεις;» Μια νότα πανικού διακρινόταν στα τραχιά μουρμουρητά· και οι Τρόλοκ αναγνώριζαν πια τον ήχο. Ερχόταν το Μάτσιν Σιν. Για να ζήσει κανείς έπρεπε να αφήσει τις Οδούς.
«Ναι», είπε ο Λόιαλ. «Ναι. Μα προχώρα. Προχώρα!»
Ο Πέριν έστριψε σβέλτα τον Γοργοπόδη κατά την Πύλη, όμως πριν καλά-καλά καταλάβει τι έκανε, έγειρε πίσω το κεφάλι και ούρλιαξε, αψηφώντας, προκαλώντας. Βλακεία, βλακεία, βλακεία! Πάντως, δεν τράβηξε το βλέμμα από εκείνο το πηχτό σκοτάδι και μπήκε στην Πύλη πισωπατώντας με τον Γοργοπόδη. Ένα παγωμένο ρίγος τον διέτρεξε τρίχα-τρίχα και ο χρόνος τεντώθηκε. Ένιωσε το τράνταγμα που συνόδευε όσους έβγαιναν από τις Οδούς, σαν από κει που κάλπαζε με ταχύτητα, να είχε σταματήσει στο επόμενο βήμα.
Οι Αελίτες ακόμα έστριβαν για να αντικρίσουν την Πύλη κι απλώνονταν στην πλαγιά με τα βέλη έτοιμα στις χορδές των τόξων τους, ανάμεσα σε χαμηλούς θάμνους και καχεκτικά βουνίσια δέντρα, ανάμεσα σε πεύκα, έλατα και λέδερλιφ που τα είχε στρεβλώσει ο αέρας. Η Φάιλε σηκωνόταν από το χώμα, είχε κουτρουβαλήσει από τη σέλα της Σουώλοου και η μαύρη φοράδα τη χάιδευε με τη μουσούδα. Το να βγαίνει κανείς καλπάζοντας από Πύλη ήταν εξίσου άσχημο με το να μπαίνει καλπάζοντας· ήταν τυχερή που δεν είχε σπάσει το σβέρκο της, όπως και του αλόγου της επίσης. Το ψηλό άλογο του Λόιαλ και τα φορτωμένα ζώα της έτρεμαν, σαν να τα είχαν χτυπήσει στο κεφάλι. Ο Πέριν άνοιξε το στόμα και η Φάιλε τον αγριοκοίταξε, προκαλώντας τον να κάνει οποιοδήποτε σχόλιο, πολύ περισσότερο κάποιο που να δείχνει συμπόνια. Αυτός έκανε μια ειρωνική γκριμάτσα και, συνετά, κράτησε το στόμα κλειστό.