Выбрать главу

Ο Λόιαλ πετάχτηκε απότομα από την Πύλη, σαν να πηδούσε από ένα θαμπό ασημένιο καθρέφτη, με το είδωλό του να μεγαλώνει πίσω του, και κουτρουβάλησε στο έδαφος. Δυο Τρόλοκ εμφανίστηκαν σχεδόν στο κατόπι του, με κέρατα και μουσούδα τράγου, ράμφος αετού και πουπουλένιο λοφίο, αλλά πριν βγει το μισό κορμί τους, η φεγγοβόλα επιφάνεια έγινε μαύρη σαν κάρβουνο, γέμισε φυσαλίδες και φούσκωσε, κολλώντας πάνω τους.

Φωνές ψιθύρισαν στο μυαλό του Πέριν, χίλιες παραληρούσες, τρελές φωνές, που έγδερναν το εσωτερικό του κρανίου του. Πικρό αίμα. Αίμα τόσο πικρό. Πιες το αίμα και σπάσε το κόκαλο. Σπάσε το κόκαλο και ρούφα το μεδούλι. Πικρό μεδούλι, γλυκές οι κραυγές. Τραγουδιστές κραυγές. Τραγουδά τις κραυγές. Μικρούλικες ψυχές. Ξινές ψυχές. Κατάπιε τες. Τόσο γλυκός ο πόνος. Δεν σταματούσαν.

Ουρλιάζοντας, τσιρίζοντας, οι Τρόλοκ χτυπούσαν τη μαυρίλα που κόχλαζε γύρω τους, πάλευαν να ελευθερωθούν καθώς τους τραβούσε μέσα, πιο μέσα, ώσπου έμεινε μόνο ένα τριχωτό χέρι ν' ανοιγοκλείνει απελπισμένα κι ύστερα μόνο το σκοτάδι, να φουσκώνει προς τα έξω αναζητώντας. Η Πύλη εμφανίστηκε αργά, τα δύο φύλλα της έκλεισαν πιέζοντας το σκοτάδι, που ξανακύλησε ανάμεσά τους οπισθοχωρώντας. Οι φωνές στο κεφάλι του Πέριν επιτέλους σταμάτησαν. Ο Λόιαλ έτρεξε γρήγορα να βάλει όχι ένα, αλλά δύο τριμερή φύλλα ανάμεσα στα μυριάδες φύλλα και κληματσίδες. Η Πύλη ξανάγινε πέτρα, το κομμάτι ενός πέτρινου τοίχου, σμιλεμένη με περίτεχνες λεπτομέρειες, μονάχη σε μια βουνοπλαγιά με ανάρια δάση. Ανάμεσα στα μυριάδες φύλλα και κληματσίδες υπήρχαν όχι ένα, αλλά δύο φύλλα Αβεντεσόρα. Ο Λόιαλ είχε βάλει απ' έξω το τριμερές φύλλο που πριν ήταν μέσα.

Ο Ογκιρανός άφησε ένα βαθύ στεναγμό ανακούφισης. «Είναι το καλύτερο που μπορώ να κάνω. Τώρα ανοίγει μονάχα από αυτή την πλευρά». Έριξε στον Πέριν μια ματιά, που ήταν μαζί στενοχωρημένη και σταθερή. «Θα μπορούσα να την κλειδώσω μέσα οριστικά, αν δεν έβαζα τα φύλλα εκεί, όμως δεν πρόκειται να χαλάσω μια Πύλη, Πέριν. Φτιάξαμε τις Οδούς και τις φροντίζαμε. Ίσως κάποια μέρα μπορέσουν να εξαγνιστούν. Δεν μπορώ να καταστρέψω μια Πύλη».

«Καλά είναι έτσι», του είπε ο Πέριν. Άραγε οι Τρόλοκ έρχονταν προς τα δω, ή μήπως ήταν τυχαία η συνάντηση; Είτε ήταν το ένα, είτε το άλλο, καλά ήταν έτσι.

«Ήταν αυτό —;» άρχισε να λέει η Φάιλε με τρεμάμενη φωνή κι ύστερα σταμάτησε για να ξεροκαταπιεί. Ακόμα και οι Αελίτες αυτή τη φορά φαίνονταν ταραγμένοι.

«Το Μάτσιν Σιν», είπε ο Λόιαλ. «Ο Μαύρος Άνεμος. Ένα πλάσμα της Σκιάς, ή ένα πλάσμα που μεγάλωσε μέσα στο ίδιο το μίασμα των Οδών ― κανείς δεν ξέρει. Οικτίρω τους Τρόλοκ. Ακόμα κι αυτούς».

Ο Πέριν δεν ήξερε αν ένιωθε το ίδιο, παρ' όλο που είχαν πεθάνει μ' αυτό τον τρόπο. Είχε δει τι άφηναν πίσω τους οι Τρόλοκ όταν τους έπεφταν άνθρωποι στα χέρια. Οι Τρόλοκ έτρωγαν τα πάντα, αρκεί να ήταν κρέας, και μερικές φορές τους άρεσε να κρατάνε το κρέας ζωντανό καθώς το τεμάχιζαν. Δεν θα άφηνε τον εαυτό του να νιώσει οίκτο για τους Τρόλοκ.

Οι οπλές του Γοργοπόδη έτριξαν στο τραχύ χώμα, καθώς ο Πέριν γυρνούσε για να δει πού βρίσκονταν.

Νεφοσκεπή όρη υψώνονταν τριγύρω τους· ήταν τα πάντοτε παρόντα σύννεφα που έδιναν το όνομά τους στα Όρη της Ομίχλης. Ο αέρας ήταν δροσερός σ' αυτό το υψόμετρο, ακόμα και το καλοκαίρι, ειδικά σε σύγκριση με το Δάκρυ. Ο απογευματινός ήλιος πλησίαζε τις δυτικές κορφές και λαμπύριζε πάνω σε ρυάκια, τα οποία κυλούσαν ως τον ποταμό που διέσχιζε τον πυθμένα της μακριάς κοιλάδας πιο κάτω. Τον έλεγαν Μανεθερεντρέλε όταν τα νερά του άφηναν πίσω τις οροσειρές και συνέχιζε προς τα δυτικά και το νότο, όμως ο Πέριν είχε μεγαλώσει αποκαλώντας Λευκό Ποταμό το κομμάτι εκείνο που κυλούσε στη νότια περιοχή των Δύο Ποταμών, εκείνη την αδιάβατη έκταση με τα γοργά ρεύματα, που έδερναν τα νερά του και τα έκαναν αφρούς. Ο Μανεθερεντρέλε. Τα Ύδατα του Οίκου του Όρους.