Выбрать главу

Όπου φαίνονταν γυμνά βράχια στην κοιλάδα κάτω, ή στις πλαγιές που τους κύκλωναν, λαμπύριζαν σαν γυαλί. Κάποτε μια πόλη στεκόταν εδώ, καλύπτοντας την κοιλάδα και τα βουνά. Η Μανέθερεν, η πόλη των ψηλών πύργων και των κελαρυστών σιντριβανιών, η πρωτεύουσα ενός μεγάλου έθνους με την ίδια ονομασία, ίσως η πιο όμορφη πόλη του κόσμου, σύμφωνα με παλιές Ογκιρανές ιστορίες. Τώρα είχε χαθεί χωρίς να αφήσει ίχνος πίσω της, εκτός από τη σχεδόν άφθαρτη Πύλη, που στεκόταν στο Ογκιρανό άλσος. Είχε καεί και είχε αφήσει μόνο στάχτες πριν από δυο χιλιάδες χρόνια και παραπάνω, ενώ μαίνονταν ακόμα οι Πόλεμοι των Τρόλοκ· την είχε αφανίσει η Μία Δύναμη μετά το θάνατο του τελευταίου βασιλιά της, του Ήμον αλ Κάαρ αλ Θόριν, στην τελευταία, αιματηρή μάχη του ενάντια στη Σκιά. Το Πεδίο του Ήμον, έτσι είχαν ονομάσει οι άνθρωποι αυτό το μέρος, όπου τώρα στεκόταν το χωριό Πεδίο του Έμοντ.

Ο Πέριν ανατρίχιασε. Όλα αυτά είχαν γίνει πριν από πολύ καιρό. Οι Τρόλοκ είχαν ξανάρθει μια φορά ύστερα απ' αυτό, τη Νύχτα του Χειμώνα, παραπάνω από ένα χρόνο πριν, μια νύχτα πριν ο ίδιος, ο Ραντ και ο Ματ αναγκαστούν να το σκάσουν στο σκοτάδι μαζί με τη Μουαραίν. Κι αυτό, επίσης, τώρα πια έμοιαζε να έχει γίνει πριν από πολύ καιρό. Δεν θα μπορούσε να ξανασυμβεί με την Πύλη κλειδωμένη. Η έγνοια μου είναι οι Λευκομανδίτες, όχι οι Τρόλοκ.

Δυο γεράκια με άσπρα φτερά διέγραφαν κύκλους πάνω από την άλλη άκρη της κοιλάδας. Τα μάτια του Πέριν μόλις που έπιασαν το βέλος που υψωνόταν γοργά. Το ένα γεράκι στροβιλίστηκε και έπεσε· ο Πέριν έσμιξε τα φρύδια. Ποιο λόγο είχε κανείς να σκοτώσει γεράκι εδώ πάνω, στα βουνά; Πάνω από αγρόκτημα, τότε ναι, αν κυνηγούσε τις κότες και τις χήνες, αλλά εδώ πάνω; Τι γύρευε κανείς εδώ πάνω; Ο κόσμος στους Δύο Ποταμούς απέφευγε τα βουνά.

Το δεύτερο γεράκι χαμήλωσε μεγαλοπρεπώς με τα χιονισμένα φτερά του προς το σημείο που είχε πέσει ο σύντροφός του, όμως ξαφνικά άρχισε να ανεβαίνει απελπισμένα. Ένα μαύρο σύννεφο από κοράκια ξεχύθηκαν από τα δέντρα, το περικύκλωσαν σαν άγριο κουβάρι κι όταν απλώθηκαν ξανά, το γεράκι είχε χαθεί.

Ο Πέριν θύμισε στον εαυτό του να αναπνεύσει. Είχε δει κοράκια, καθώς και άλλα πουλιά, να επιτίθενται σε γεράκι που είχε πλησιάσει υπερβολικά τη φωλιά τους, αλλά αυτή τη φορά δεν μπορούσε να πιστέψει ότι ήταν τόσο απλό. Τα πουλιά είχαν ξεπεταχτεί από κει που είχε ξεκινήσει το βέλος. Κοράκια. Η Σκιά μερικές φορές χρησιμοποιούσε τα ζώα σαν κατασκόπους. Συνήθως αρουραίους και άλλα που τρέφονταν από το θάνατο. Ειδικά τα κοράκια. Ήταν ζωντανές μέσα του οι μνήμες από τότε που έτρεχε να ξεφύγει από τις πλατιές φάλαγγες κάτι κορακιών, που τον κυνηγούσαν λες και είχαν νοημοσύνη.

«Τι κοιτάζεις;» ρώτησε η Φάιλε, σκιάζοντας τα μάτια της για να δει στην κοιλάδα. «Πουλιά ήταν αυτά;»

«Πουλιά, τίποτα άλλο», είπε. Μπορεί και να ήταν. Δεν θέλω να τους τρομάξω όλους, χωρίς να είμαι σίγουρος. Ειδικά τώρα που είναι ακόμα αναστατωμένοι από το Μάτσιν Σιν.

Κατάλαβε ότι ακόμα κρατούσε το ματωμένο σφυρί του, που γλιστρούσε από το μαύρο αίμα του Μυρντράαλ. Τα δάχτυλά του βρήκαν ξεραμένο αίμα στο μάγουλό του, που λέκιαζε την κοντή γενειάδα του. Όταν ξεπέζεψε, το πλευρό και το πόδι του τον έκαιγαν. Βρήκε ένα πουκάμισο στα σακίδια της σέλας του για να καθαρίσει το σφυρί, πριν το αίμα του Ξέθωρου φάει το μέταλλο. Σε λίγο θα έβρισκε αν υπήρχε κάτι που έπρεπε να φοβάται σ' αυτά τα βουνά. Αν ήταν κάτι παραπάνω από άνθρωπο, οι λύκοι θα το ήξεραν.

Η Φάιλε άρχισε να του ξεκουμπώνει το σακάκι.

«Τι κάνεις;» ζήτησε να μάθει.

«Σου φροντίζω τις πληγές», τον αποπήρε αυτή. «Δεν θέλω να μου πεθάνεις από αιμορραγία. Μόνο εσύ θα έκανες τέτοιο πράγμα, να πεθάνεις και να με αφήσεις να σε θάψω. Δεν σε νοιάζει τίποτα. Μην κουνιέσαι».

«Σ' ευχαριστώ», της είπε κι αυτή φάνηκε να ξαφνιάζεται.

Τον έκανε να βγάλει όλα τα ρούχα, εκτός από τα ασπρόρουχά του, για να του πλύνει τις πληγές και να απλώσει πάνω τους μια αλοιφή, την οποία έφερε από τα σακίδια της σέλας της. Ο Πέριν φυσικά δεν μπορούσε να δει το κόψιμο στο πρόσωπό του, αλλά του φαινόταν μικρό και ρηχό, αν και ήταν ενοχλητικά κοντά στο μάτι του. Το κόψιμο στο αριστερό πλευρό του, όμως, ήταν πάνω από μια παλάμη μακρύ, παράλληλα σ' ένα παίδι, και η τρύπα που είχε ανοίξει ένα δόρυ στο μηρό του ήταν βαθιά. Η Φάιλε αναγκάστηκε να βάλει ράμματα σ' αυτά τα δύο, με βελόνα και κλωστή από τα σύνεργα ραπτικής της. Ο Πέριν το υπέμεινε στωικά· μόνο η Φάιλε μόρφαζε με κάθε βελονιά, Όλη την ώρα που δούλευε, μουρμούριζε θυμωμένα μέσα από τα δόντια της, ειδικά όταν του άπλωνε στο μάγουλο τη σκούρα αλοιφή, που τον έτσουζε· έμοιαζε λες και οι πληγές ήταν δικές της και το σφάλμα δικό του, αλλά όμως του έβαλε επιδέσμους γύρω από τα πλευρά και το μηρό του με τρυφερό χέρι. Η αντίθεση ήταν παράξενη, το απαλό άγγιγμά της και το οργισμένο μουρμουρητό της. Τον μπέρδευε τελείως.