Выбрать главу

Ενώ ο Πέριν έβαζε καθαρό πουκάμισο και παντελόνι από τα σακίδια της σέλας του, η Φάιλε έχωνε το δάχτυλό της στο κόψιμο στο πλάι του σακακιού του. Πέντε πόντους πιο αριστερά αν ήταν, ο Πέριν δεν θα είχε φύγει από εκείνο το Νησί. Χτύπησε τα πόδια στο έδαφος για να έρθουν στη θέση τους οι μπότες και άπλωσε το χέρι για να πάρει το σακάκι του ― κι εκείνη του το πέταξε.

«Μη νομίζεις ότι θα σου το ράψω. Φτάνει τόσο ράψιμο που σου έκανα! Μ' άκουσες, Πέριν Αϋμπάρα;»

«Δεν σου ζήτησα —»

«Μην το νομίζεις! Αυτό είναι όλο!» Κι έφυγε αγέρωχα για να βοηθήσει τους Αελίτες, που περιποιόταν ο ένας τον άλλο, και τον Λόιαλ. Ήταν μια παράξενη παρέα, ο Ογκιρανός με βγαλμένο το φαρδύ, κοντό παντελόνι του, ο Γκαούλ και η Τσιάντ που κοιτάζονταν σαν παράξενες γάτες, η Φάιλε που άπλωνε αλοιφή και τύλιγε επιδέσμους, ενώ όλη την ώρα του έριχνε ματιές σαν μαχαιριές. Τι είχε κάνει πάλι άραγε;

Κούνησε το κεφάλι του. Ο Γκαούλ είχε δίκιο· καλύτερα να προσπαθούσες να καταλάβεις τον ήλιο.

Παρ' όλο που ήξερε τι έπρεπε να κάνει τώρα, δίσταζε, ειδικά ύστερα απ' αυτό που είχε συμβεί στις Οδούς με τον Ξέθωρο. Κάποτε είχε δει έναν άντρα που είχε ξεχάσει ότι ήταν άνθρωπος. Το ίδιο μπορεί να πάθαινε κι αυτός. Βλάκα. Φτάνει να αντέξεις μερικές μέρες ακόμα. Μόνο μέχρι να βρεις τους Λευκομανδίτες. Κι έπρεπε να μάθει. Εκείνα τα κοράκια.

Έστειλε το νου του να αναζητήσει τους λύκους στην κοιλάδα. Πάντα υπήρχαν λύκοι εκεί που δεν υπήρχαν άνθρωποι κι αν ήταν κοντά, θα μπορούσε να μιλήσει μαζί τους. Οι λύκοι απέφευγαν τους ανθρώπους, τους αγνοούσαν όσο το δυνατόν περισσότερο, αλλά μισούσαν τους Τρόλοκ, επειδή τους θεωρούσαν αφύσικα πλάσματα, και απεχθάνονταν τους Μυρντράαλ μ' έναν τρόπο βαθύ κι αβάσταχτο. Αν υπήρχαν Σκιογέννητοι στα Όρη της Ομίχλης, οι λύκοι θα του το έλεγαν.

Αλλά δεν βρήκε λύκους. Κανέναν. Έπρεπε να υπάρχουν εκεί στην ερημιά. Έβλεπε ελάφια να βοσκούν στην κοιλάδα. Ίσως απλώς να μην υπήρχαν λύκοι εκεί κοντά. Μπορούσαν να μιλήσουν από απόσταση, αλλά ακόμα κι ένα μίλι ήταν υπερβολικά μακριά. Μπορεί στα βουνά να ήταν ακόμα λιγότερο. Μάλλον αυτό ήταν.

Το βλέμμα του χτένισε τις νεφοσκεπείς κορυφές και στάθηκε στην άλλη άκρη της κοιλάδας, απ’ όπου είχαν έρθει τα κοράκια. Μπορεί αύριο να έβρισκε λύκους. Δεν ήθελε να σκεφτεί ποια θα ήταν η εναλλακτική λύση.

28

Προς Τον Πύργο Του Γκεντζάι

Μιας και κόντευε να πέσει η νύχτα, δεν είχαν άλλη επιλογή παρά να καταλύσουν στο βουνό κοντά στην Πύλη. Σε δύο καταυλισμούς. Η Φάιλε επέμενε.

«Τελείωσε αυτό», της είπε ο Λόιαλ με ένα μπουμπουνητό όλο δυσαρέσκεια. «Βγήκαμε από τις Οδούς και κράτησα τον όρκο μου. Τελείωσε». Η Φάιλε πήρε τη συνηθισμένη πεισματάρικη έκφραση της, με το πηγούνι ψηλά και τις γροθιές στους γοφούς.

«Παράτα τα, Λόιαλ», είπε ο Πέριν. «Θα καταλύσω παραπέρα». Ο Λόιαλ κοίταξε τη Φάιλε, που είχε στραφεί προς τις δύο Αελίτισσες μόλις άκουσε τον Πέριν να συμφωνεί, και μετά κούνησε το πελώριο κεφάλι του και έκανε να πλησιάσει τον Πέριν και τον Γκαούλ. Ο Πέριν του έκανε νόημα να γυρίσει πίσω κι έλπισε να μην είχαν δει οι γυναίκες τη διακριτική χειρονομία.

Δεν ήταν πολύ μακρινό το «παραπέρα», ούτε είκοσι βήματα. Η Πύλη μπορεί να ήταν κλειδωμένη, αλλά υπήρχαν τα κοράκια και ό,τι μπορεί να προμήνυαν. Ήθελε να βρίσκονται όλοι κοντά, για ώρα ανάγκης. Αν διαμαρτυρόταν η Φάιλε, ας διαμαρτυρόταν όσο ήθελε. Ήταν τόσο αποφασισμένος να αγνοήσει τις διαμαρτυρίες της, που ενοχλήθηκε όταν κατάλαβε ότι εκείνη δεν είχε σκοπό να διαμαρτυρηθεί.

Χωρίς να δίνει σημασία στις σουβλιές που ένιωθε στο πόδι και στο πλευρό, έβγαλε τη σέλα του Γοργοπόδη, ξεφόρτωσε το άλογο φόρτου, πεδίκλωσε τα δυο ζώα και τους κρέμασε στο στόμα ντορβάδες με λίγο κριθάρι και βρώμη. Εδώ πέρα δεν υπήρχε τίποτα να βοσκήσουν φυσικά. Το τι υπήρχε, όμως... Έβαλε χορδή στο τόξο του, το άφησε πάνω στη φαρέτρα του κοντά στη φωτιά και έβγαλε το τσεκούρι από τη θηλιά της ζώνης του.

Ο Γκαούλ τον πλησίασε για να τον βοηθήσει ν' ανάψει τη φωτιά και μετά δείπνησαν με ψωμί, τυρί και ξεραμένο βοδινό κρέας, που τα έφαγαν σιωπηλοί, πίνοντας νερό. Ο ήλιος έγειρε πίσω από τα βουνά, τονίζοντας τις γραμμές των κορυφών τους και βάφοντας κόκκινες τις κοιλιές των σύννεφων. Σκιές σκέπασαν την κοιλάδα και ο αέρας άρχισε να γίνεται ψυχρός.

Ο Πέριν τίναξε τα ψίχουλα από τα χέρια του και έβγαλε από τα σακίδια της σέλας τον καλό, πράσινο, μάλλινο μανδύα του. Ίσως είχε συνηθίσει περισσότερο τη ζέστη του Δακρύου απ' όσο νόμιζε. Οι γυναίκες, πάντως, δεν έτρωγαν σιωπηλές γύρω από τη φωτιά τους· τις άκουγε να γελούν και τα λιγοστά που έπιανε από λόγια τους, έκαναν τα αφτιά του να κοκκινίζουν. Έτσι ήταν οι γυναίκες, μιλούσαν για τα πάντα· τίποτα δεν τις συγκρατούσε. Ο Λόιαλ είχε πάει όσο πιο μακριά τους μπορούσε χωρίς να εγκαταλείψει το φως της φωτιάς και προσπαθούσε να χωθεί σ' ένα βιβλίο. Αυτές μάλλον δεν καταλάβαιναν καν ότι έφερναν σε αμηχανία τον Ογκιρανό· μάλλον νόμιζαν ότι μιλούσαν χαμηλόφωνα και ότι ο Λόιαλ δεν τις άκουγε.