Выбрать главу

Ο Πέριν, μουρμουρίζοντας μόνος του, κάθισε με τη φωτιά ανάμεσα στον ίδιο και στον Γκαούλ. Ο Αελίτης δεν φαινόταν να νιώθει την ψύχρα. «Ξέρεις τίποτα αστείες ιστορίες;»

«Αστείες ιστορίες; Δεν μου έρχεται καμία, έτσι πρόχειρα». Το βλέμμα του Γκαούλ ήταν σχεδόν στραμμένο προς την άλλη φωτιά και τα γέλια. «Αν μου ερχόταν, θα την έλεγα. Ο ήλιος, θυμάσαι;»

Ο Πέριν γέλασε θορυβωδώς και μίλησε αρκετά δυνατά για να ακουστεί η φωνή του ως πέρα. «Θυμάμαι. Γυναίκες!» Η ευθυμία του άλλου καταυλισμού καταλάγιασε για μια στιγμή, πριν ξαναδυναμώσει. Έτσι, για να μάθουν. Δεν ήταν αυτές οι μόνες που μπορούσαν να γελάσουν. Ο Πέριν κοίταξε κακόκεφα τη φωτιά. Οι πληγές του τον πονούσαν.

«Αυτό το μέρος μοιάζει περισσότερο με την Τρίπτυχη Γη απ' ό,τι οι υδατοχώρες. Δεν παύει να έχει πολύ νερό και τα δέντρα να είναι πολύ μεγάλα και πάρα πολλά, όμως δεν είναι τόσο παράξενο όσο τα μέρη που λέγονται δάση», είπε ο Γκαούλ ύστερα από λίγο.

Το χώμα ήταν αδύναμο εδώ που η Μανέθερεν είχε πεθάνει στη φωτιά και τα αραιά σκορπισμένα δέντρα ήταν κοντά, είχαν χοντρό κορμό, παράξενα σχήματα όπως τα λύγιζε ο άνεμος και κανένα δεν έφτανε τα δέκα μέτρα. Κατά τη γνώμη του Πέριν, ήταν το πιο θλιβερό μέρος που είχε δει ποτέ του.

«Μακάρι να δω κάποτε την Τρίπτυχη Γη σου, Γκαούλ».

«Ίσως τη δεις, όταν ξεμπερδέψουμε από δω».

«Ίσως». Φυσικά, δεν υπήρχαν πολλές πιθανότητες γι' αυτό. Στην πραγματικότητα, δεν υπήρχε καμία. Θα μπορούσε να το έλεγε στον Αελίτη, αλλά δεν ήθελε να μιλήσει τώρα γι' αυτό, ούτε να το σκεφτεί.

«Εδώ έστεκε η Μανέθερεν; Είσαι από το αίμα της Μανέθερεν;»

«Εδώ ήταν η Μανέθερεν», απάντησε ο Πέριν. «Μάλλον είμαι από το αίμα της». Ήταν δύσκολο να πιστέψει κανείς ότι τα χωριουδάκια και οι ήσυχες φάρμες των Δύο Ποταμών είχαν το τελευταίο αίμα της Μανέθερεν, όμως αυτό ακριβώς είχε πει η Μουαραίν. Το αρχαίο αίμα είναι δυνατό στους Δύο Ποταμούς, είχε πει. «Αυτά έγιναν πριν από πολύ καιρό, Γκαούλ. Είμαστε αγρότες, βοσκοί· δεν είμαστε ένα λαμπρό έθνος, δεν είμαστε λαμπροί πολεμιστές».

Ο Γκαούλ χαμογέλασε αμυδρά. «Αφού το λες. Σ' έχω δει να χορεύεις τα δόρατα, έχω δει και τον Ραντ αλ'Θόρ, καθώς και εκείνον που ονομάζεται Ματ. Αλλά αφού το λες».

Ο Πέριν ανασάλεψε αμήχανα. Πόσο είχε αλλάξει από τότε που είχε φύγει από το σπίτι του; Και ο ίδιος, και ο Ραντ, και ο Ματ; Όχι τα μάτια, οι λύκοι, ή που ο Ραντ διαβίβαζε· δεν εννοούσε αυτά. Απ' αυτά που είχε μέσα του, πόσα έμεναν απαράλλαχτα; Ο Ματ ήταν ο μόνος που έμοιαζε να είναι ο εαυτός του κι ακόμα περισσότερο. «Ξέρεις τη Μανέθερεν;»

«Ξέρουμε περισσότερα απ' όσα νομίζεις για τον κόσμο σας. Και λιγότερα απ' όσα πιστεύαμε ότι ξέρουμε. Πολύ πριν περάσω το Δρακότειχος, είχα διαβάσει βιβλία που έφεραν οι πραματευτές. Ήξερα για τα “πλοία”, τα “ποτάμια” και τα “δάση”, ή τουλάχιστον έτσι νόμιζα». Ο Γκαούλ τις έκανε να ηχήσουν σαν λέξεις παράξενης γλώσσας. «Να πώς φανταζόμουν το “δάσος”». Έδειξε τα αραιά δέντρα, που ήταν νάνοι σε σύγκριση με το ύψος που τους έπρεπε. «Όταν πιστεύεις κάτι, δεν σημαίνει ότι το κάνεις αληθινό. Τι λες για τον Νυκτοδρομέα και τη σπορά του Φυλλοκαύτη; Πιστεύεις ότι είναι απλή σύμπτωση ότι ήρθαν σ' αυτή την Πύλη;»

«Όχι», αναστέναξε ο Πέριν. «Είδα κοράκια παρακάτω στην κοιλάδα. Μπορεί να μην ήταν τίποτα περισσότερο, αλλά δεν θέλω να το ριψοκινδυνεύσω μετά τους Τρόλοκ».

Ο Γκαούλ ένευσε. «Μπορεί να ήταν Μάτια της Σκιάς. Όταν κάνεις σχέδια για το χειρότερο, τότε κάθε έκπληξη είναι ευχάριστη».

«Θα μου έκανε καλό τώρα μια ευχάριστη έκπληξη». Ο Πέριν έψαξε πάλι να βρει λύκους και ξανά δεν βρήκε τίποτα. «Ισως μπορέσω να βρω κάτι απόψε. Ίσως. Αν συμβεί κάτι εδώ, ίσως χρειαστεί να με κλωτσήσεις για να ξυπνήσω». Κατάλαβε ότι αυτό θα φαινόταν παράξενο, όμως ο Γκαούλ απλώς ένευσε και πάλι. «Γκαούλ, ποτέ δεν είπες τίποτα για τα μάτια του, δεν τα κοίταξες δεύτερη φορά. Ούτε και οι άλλοι Αελίτες». Ήξερε ότι τώρα έλαμπαν χρυσαφιά στο φως της φωτιάς.

«Ο κόσμος αλλάζει», είπε αργά ο Γκαούλ. «Ο Ρούαρκ και ο Τζέραν, ο αρχηγός της φατρίας μου —και οι Σοφές επίσης― προσπαθούσαν να το κρύψουν, αλλά ήταν ανήσυχοι όταν μας έστελναν να περάσουμε το Δρακότειχος και να ψάξουμε για Εκείνον Που Έρχεται Με Την Αυγή. Νομίζω ότι η αλλαγή δεν θα είναι αυτό που πάντα πιστεύαμε. Δεν ξέρω τι διαφορετικό θα έχει, αλλά έτσι θα είναι. Ο Δημιουργός μας έβαλε στην Τρίπτυχη Γη όχι μόνο για να μας τιμωρήσει για τις αμαρτίες μας, αλλά και για να μας πλάσει, αλλά με τι σκοπό μας πλάθει;» Ξαφνικά κούνησε το κεφάλι θλιμμένος. «Η Κολίντα, η Σοφή του Φρουρίου των Καυτών Πηγών, μου λέει ότι για Σκυλί της Πέτρας σκέφτομαι πολύ και η Μπάιρ, η Σοφή του Σάαραντ, απειλεί ότι, όταν πεθάνει ο Τζέραν, θα με στείλει στο Ρουίντιαν, είτε το θέλω είτε όχι. Πλάι σ' όλα αυτά, Πέριν, τι σημασία έχει το χρώμα των ματιών του άλλου;»