Выбрать главу

«Μακάρι να σκέφτονταν όλοι έτσι». Η διασκέδαση στην άλλη φωτιά επιτέλους είχε σταματήσει. Μια Αελίτισσα —ο Πέριν δεν κατάλαβε ποια― είχε αναλάβει την πρώτη σκοπιά, έχοντας την πλάτη γυρισμένη στο φως, και οι άλλες είχαν βολευτεί για να κοιμηθούν. Η μέρα ήταν κοπιαστική. Εύκολα Θα έβρισκε και τον ύπνο και το όνειρο που χρειαζόταν. Απλώθηκε πλάι στη φωτιά και κουκουλώθηκε στο μανδύα του. «Μην ξεχάσεις. Κλώτσα για να ξυπνήσω, αν χρειαστεί».

Ο ύπνος τον τύλιξε ενώ ο Γκαούλ ακόμα δεν είχε νεύσει καλά-καλά και το όνειρο ήρθε μονομιάς.

Ήταν μέρα και στεκόταν δίπλα στην Πύλη, η οποία έμοιαζε με κομψά σμιλεμένο κομμάτι τοίχου, αταίριαστο εκεί στη βουνοπλαγιά. Μόνο που δεν υπήρχε κανένα ίχνος που να δείχνει ότι είχε πατήσει ποτέ εκεί, στην πλαγιά, ανθρώπινο πόδι. Ο ουρανός ήταν λαμπερός και καθαρός, ενώ μια απαλή αύρα από την κοιλάδα του έφερνε οσμές από ελάφια και κουνέλια, ορτύκια και περιστέρια, χίλιες χαρακτηριστικές μυρωδιές, από νερό και χώμα και δέντρα. Ήταν το λυκίσιο όνειρο.

Για μια στιγμή τον έπνιξε η αίσθηση ότι ήταν κι αυτός λύκος. Είχε ουρά και... Όχι! Ψηλάφισε το σώμα του, νιώθοντας ανακούφιση που βρήκε το δικό του κορμί, μέσα στο δικό του σακάκι και μανδύα. Βρήκε και την πλατιά ζώνη, που κανονικά κρατούσε το τσεκούρι, αλλά τώρα στη θέση του στη θηλιά ήταν μισοχωμένο το σφυρί.

Το κοίταξε συνοφρυωμένος και με έναν παράξενο τρόπο, για μια στιγμή, ο πέλεκυς εμφανίστηκε εκεί να τρεμοπαίζει, αχνός και θαμπός. Ξαφνικά, ξανάγινε σφυρί. Ο Πέριν έγλειψε τα χείλη και ευχήθηκε να έμενε όπως ήταν. Ο πέλεκυς μπορεί να ήταν καλύτερο όπλο, όμως προτιμούσε το σφυρί. Δεν θυμόταν να είχε ξανασυμβεί τέτοιο πράγμα, κάτι να είχε αλλάξει, όμως δεν ήξερε πολλά γι' αυτό το παράξενο μέρος ― αν μπορούσες να το πεις μέρος. Ήταν το λυκίσιο όνειρο και εδώ συνέβαιναν παράδοξα πράγματα, σίγουρα εξίσου παράδοξα με ένα συνηθισμένο όνειρο.

Σαν η σκέψη για παραδοξότητες να είχε ενεργοποιήσει μία τους, ένα τμήμα του ουρανού πίσω από τα βουνά σκοτείνιασε ξαφνικά και έγινε παράθυρο για κάπου αλλού. Ο Ραντ στεκόταν ανάμεσα σε στροβιλιζόμενα σύννεφα καταιγίδων, γελώντας δυνατά, σχεδόν τρελά, με τα χέρια υψωμένα, ενώ πάνω στους ανέμους κυλούσαν μικρές μορφές, πορφυρόχρυσες, σαν την παράξενη μορφή που ήταν στο λάβαρο του Δράκοντα· κρυμμένα μάτια παρακολουθούσαν τον Ραντ και δεν φαινόταν αν το ήξερε. Το παράξενο «παράθυρο» έσβησε και αντικαταστάθηκε από ένα άλλο παραπέρα, όπου η Νυνάβε και η Ηλαίην παραμόνευαν σε ένα παράφρον τοπίο, όλο στρεβλωμένα και γεμάτα σκιές κτίρια, κυνηγώντας κάποιο επικίνδυνο θηρίο. Ο Πέριν δεν μπορούσε να πει πώς ήξερε ότι ήταν επικίνδυνο, αλλά το ήξερε. Χάθηκε κι αυτό· άλλο ένα μαύρο κομμάτι απλώθηκε στον ουρανό. Είδε τον Ματ, που στεκόταν σ' ένα σημείο που ο δρόμος διακλαδιζόταν μπροστά του, Πέταξε ένα νόμισμα, ξεκίνησε στο ένα παρακλάδι και ξαφνικά βρέθηκε να φορά πλατύγυρο καπέλο και να περπατά με ένα ραβδί, που στην άκρη του είχε μια κοντή λεπίδα σπαθιού. Άλλο ένα παράθυρο και η Εγκουέν μαζί με μια γυναίκα με μακριά, λευκά μαλλιά τον κοίταζαν έκπληκτες, ενώ πίσω τους ο Λευκός Πύργος κατέρρεε πέτρα με την πέτρα. Έπειτα χάθηκαν κι αυτές.

Ο Πέριν πήρε μια βαθιά ανάσα. Αυτά τα είχε ξαναδεί κι άλλοτε στο λυκίσιο όνειρο και του φαινόταν ότι οι εικόνες ήταν αληθινές με κάποιον τρόπο, ή ότι σήμαιναν κάτι. Ό,τι και να ήταν, οι λύκοι ποτέ δεν τις έβλεπαν. Η Μουαραίν είχε υποστηρίξει ότι το λυκίσιο όνειρο ήταν το ίδιο με κάτι που λεγόταν Τελ'αράν'ριοντ κι εκεί είχε κλείσει το στόμα της. Ο Πέριν μια φορά είχε κρυφακούσει την Εγκουέν και την Ηλαίην να μιλάνε για όνειρα, όμως η Εγκουέν ήδη ήξερε πολλά γι' αυτόν και για τους λύκους, ίσως όσα και η Μουαραίν. Δεν ήταν κάτι για το οποίο μπορούσε να μιλήσει, ούτε ακόμα και μ' αυτήν.

Υπήρχε ένα πρόσωπο με τον οποίο θα μπορούσε να μιλήσει. Ευχήθηκε να μπορούσε να βρει τον Ιλάυας Ματσίρα, τον άνθρωπο που τον είχε παρουσιάσει στους λύκους. Ο Ιλάυας σίγουρα θα ήξερε γι' αυτά τα πράγματα. Όταν σκέφτηκε εκείνο τον άνθρωπο, για μια στιγμή του φάνηκε ότι άκουσε το δικό του όνομα να το ψιθυρίζει αχνά ο άνεμος, όμως όταν τέντωσε τα αφτιά του, ήταν απλώς ο αέρας. Ήταν ένας μοναχικός ήχος. Εδώ πέρα μονάχα ο Πέριν υπήρχε.