Выбрать главу

«Άλτη!» φώναξε και με το νου του επανέλαβε: Άλτη! Ο λύκος ήταν νεκρός, αλλά δεν ήταν νεκρός εδώ πέρα. Το λυκίσιο όνειρο ήταν το μέρος που έρχονταν οι λύκοι όταν πέθαιναν, όπου περίμεναν να ξαναγεννηθούν. Για τους λύκους ήταν κάτι πολύ παραπάνω απ' αυτό· με κάποιον τρόπο έμοιαζαν να αντιλαμβάνονται το όνειρο ακόμα κι όταν ήταν ξύπνιοι. Γι' αυτούς, το ένα ήταν σχεδόν εξίσου αληθινό —και μπορεί να ήταν αληθινό― με το άλλο. «Άλτη!» Άλτη! Όμως ο Άλτης δεν ήρθε.

Όλα αυτά ήταν άχρηστα. Είχε πάει εκεί για ένα λόγο κι έπρεπε να συνεχίσει. Ακόμα και στην καλύτερη περίπτωση, θα του έπαιρνε ώρες για να κατέβει εκεί που είχε δει τα κοράκια.

Έκανε ένα βήμα —η γη ολόγυρά του θόλωσε― και το πόδι του πάτησε δίπλα σε ένα στενό ποταμάκι, κάτω από καχεκτικές τσούγες και βουνίσιες ιτιές, με τις νεφοσκεπείς κορυφές από πάνω του. Για μια στιγμή έμεινε να κοιτάζει εμβρόντητος. Ήταν στην αντίπερα πλευρά της κοιλάδας από την Πύλη. Και μάλιστα ήταν ακριβώς στο σημείο που ήθελε να πάει, στο μέρος απ' όπου είχαν έρθει τα κοράκια και το βέλος που είχε σκοτώσει το πρώτο γεράκι. Δεν του είχε ξανασυμβεί τέτοιο πράγμα. Άραγε μάθαινε καλύτερα το λυκίσιο όνειρο —ο Άλτης πάντα έλεγε ότι ο Πέριν ήταν ανίδεος― ή μήπως αυτή τη φορά ήταν διαφορετικά;

Πρόσεξε περισσότερο κάνοντας το επόμενο βήμα, αλλά ήταν ένα απλό βήμα. Δεν υπήρχαν πουθενά ίχνη από τοξότες ή κοράκια, καθόλου αχνάρια, φτερά, οσμές. Δεν ήξερε τι ακριβώς περίμενε να βρει. Δεν θα υπήρχε κανένα σημάδι, εκτός αν ήταν κι αυτά στο όνειρο. Αλλά αν μπορούσε να βρει λύκους στο όνειρο, θα τον βοηθούσαν να βρει τα αδέλφια τους στον ξυπνητό κόσμο και εκείνα θα του έλεγαν αν υπήρχαν Σκιογέννητοι στα βουνά. Ίσως, αν ανέβαινε ψηλότερα, να τον άκουγαν καλύτερα.

Στύλωσε τα μάτια στην ψηλότερη κορυφή, που γειτόνευε με την κοιλάδα, λίγο πιο κάτω από τα σύννεφα, και έκανε ένα βήμα. Ο κόσμος θόλωσε και ο Πέριν βρέθηκε να στέκεται στη βουνοπλαγιά, με πλατιά σύννεφα ούτε πέντε απλωσιές ψηλότερά του. Άθελά του, γέλασε. Είχε πλάκα. Από δω έβλεπε ολόκληρη την κοιλάδα να ξετυλίγεται πιο κάτω.

«Άλτη!» Καμία απάντηση.

Πήδηξε στο επόμενο βουνό, καλώντας πάλι, και ύστερα στο άλλο, και μετά στο επόμενο, ανατολικά, κατά τους Δύο Ποταμούς. Ο Άλτης δεν απαντούσε. Το πιο ανησυχητικό ήταν ότι ο Πέριν δεν ένιωθε ούτε και κάποιον άλλο λύκο. Πάντα υπήρχαν λύκοι στο λυκίσιο όνειρο. Πάντα.

Άρχισε να τρέχει από κορυφή σε κορυφή, με τις κινήσεις του να θαμπώνουν από την ταχύτητα, φωνάζοντας, αναζητώντας. Τα βουνά ήταν άδεια από κάτω του, με εξαίρεση τα ελάφια και άλλα ζώα. Υπήρχαν, όμως, περιστασιακά σημάδια ανθρώπινης παρουσίας. Αρχαία σημάδια. Δυο φορές είδε μεγάλες, σκαλιστές φιγούρες, που καταλάμβαναν σχεδόν ολόκληρη βουνοπλαγιά, και σε ένα άλλο μέρος παράξενα, γωνιώδη γράμματα ύψους δύο απλωσιών είχαν χαραχτεί σε έναν γκρεμό, που ήταν αρκετά λείος και απότομος. Ο καιρός είχε φάει τα πρόσωπα των μορφών και κάποιος που δεν είχε οξεία όραση, σαν τον Πέριν, θα είχε περάσει και τα ίδια τα γράμματα για έργο του ανέμου και της βροχής. Τα βουνά και οι γκρεμοί έδωσαν τη θέση τους στους Λόφους της Άμμου, εκείνα τα μεγάλα, διαδοχικά ψηλώματα, τα αραιά σκεπασμένα με σκληρό χορτάρι και πεισματάρηδες θάμνους, που κάποτε αποτελούσαν την ακτή μιας μεγάλης θάλασσας, πριν από το Τσάκισμα. Και ξαφνικά είδε κάποιον στην κορυφή ενός αμμώδους λόφου.

Ήταν τόσο μακριά που δεν τον έβλεπε καθαρά, ήταν απλώς ένας ψηλός, μελαχρινός άντρας, ολοφάνερα όμως δεν ήταν Τρόλοκ ή τίποτα τέτοιο· φορούσε ένα γαλάζιο σακάκι, είχε ένα τόξο στη ράχη κι έσκυβε πάνω από κάτι στο χώμα, το οποίο έκρυβε ένας χαμηλός θάμνος. Υπήρχε, όμως, κάτι γνώριμο πάνω του.

Ο άνεμος δυνάμωσε κι ο Πέριν έπιασε αχνά τη μυρωδιά του. Μια ψυχρή οσμή, αυτός ήταν ο μόνος τρόπος να την περιγράψει. Ψυχρή κι όχι ακριβώς ανθρώπινη. Ξαφνικά ο Πέριν βρέθηκε με το τόξο στο χέρι και μ' ένα βέλος στη χορδή, ενώ το βάρος της γεμάτης φαρέτρας τέντωνε τη ζώνη του.

Ο άλλος άντρας σήκωσε το βλέμμα και είδε τον Πέριν. Για μια στιγμή κοντοστάθηκε κι έπειτα γύρισε και άρχισε να τρέχει τόσο γρήγορα που οι κινήσεις του θόλωναν, διασχίζοντας τους λόφους.

Ο Πέριν πήδηξε εκεί που στεκόταν ο άλλος, κοίταξε τη δουλειά που τον είχε απορροφήσει και δίχως δεύτερη σκέψη τον καταδίωξε, αφήνοντας πίσω το μισογδαρμένο πτώμα του λύκου. Ένας νεκρός λύκος στο λυκίσιο όνειρο. Ήταν αδιανόητο. Τι μπορούσε να σκοτώσει ένα λύκο εδώ πέρα; Κάτι κακό.

Μπροστά, η λεία του έτρεχε με δρασκελιές που κάλυπταν μίλια ολόκληρα και πάντα μόλις που την έβλεπε. Άφησαν πίσω τους λόφους, βγήκαν στο πυκνό Δυτικό Δάσος με τις αραιές φάρμες του, πέρασαν από την καλλιεργημένη πεδιάδα, που ήταν όλο τετραγωνάκια από τα περιφραγμένα χωράφια και τα αλσύλλια, προσπέρασαν το Λόφο της Σκοπιάς. Ήταν παράξενο να βλέπεις τα σπίτια με τις καλαμοσκεπές, που σκέπαζαν το λόφο, χωρίς να υπάρχουν άνθρωποι στους δρόμους του χωριού, τις αγροικίες να στέκουν σαν εγκαταλειμμένες. Όμως ο Πέριν δεν ξεκολλούσε το βλέμμα από τον άνθρωπο που έτρεχε μπροστά του. Είχε συνηθίσει το κυνηγητό και δεν ξαφνιαζόταν που το ένα άλμα τον κατέβαζε στη νότια όχθη του ποταμού Τάρεν και το επόμενο σε ξερούς λόφους, δίχως· δέντρα ή χορτάρι. Έτρεχε βόρεια και ανατολικά, πάνω από ρυάκια, δρόμους, χωριά και ποτάμια, προσηλωμένος στον άνθρωπο μπροστά του. Η περιοχή ίσιωσε, γέμισε χορτάρι, με μερικά δασάκια εδώ κι εκεί να σπάνε τη μονοτονία, δίχως σημάδι ανθρώπων. Έπειτα κάτι γυάλισε μπροστά, κάτι που λαμπύριζε στον ήλιο, ένας πύργος από μέταλλο. Η λεία του όρμησε εκεί και εξαφανίστηκε. Με δυο πήδους, βρέθηκε κι ο Πέριν εκεί.