Ο πύργος είχε ύψος εξήντα μέτρα, πλάτος δώδεκα και έλαμπε σαν στιλβωμένο ατσάλι. Θα μπορούσε να ήταν μια συμπαγής στήλη από μέταλλο. Ο Πέριν έκανε δυο φορές το γύρο της, δίχως να δει άνοιγμα, δίχως να δει χαραμάδα, ή έστω ένα σημαδάκι στο λείο, απότομο τοίχο. Η μυρωδιά όμως ήταν εδώ, αυτή η ψυχρή, μη ανθρώπινη δυσωδία. Η διαδρομή είχε καταλήξει εδώ. Ο άνθρωπος —αν ήταν άνθρωπος― με κάποιον τρόπο είχε μπει μέσα. Ο Πέριν απλώς έπρεπε να βρει τρόπο να τον ακολουθήσει.
Σταμάτα! Ήταν ένα άγριο ξεχείλισμα συναισθημάτων, που το μυαλό του Πέριν το συσχέτισε με τη λέξη. Σταμάτα!
Γύρισε και είδε ένα μεγάλο, γκρίζο λύκο, που έφτανε ως τη μέση του, σταχτή και γεμάτο ουλές, ξαφνικά, σαν να είχε μόλις πέσει από τον ουρανό. Μπορεί να είχε γίνει αυτό ακριβώς. Ο Άλτης πάντοτε ζήλευε την ικανότητα που έχουν οι αετοί να πετούν κι εδώ μπορούσε κι αυτός να πετάξει. Τα κίτρινα μάτια αντάμωσαν κίτρινα μάτια.
«Γιατί να σταματήσω, Άλτη; Σκότωσε λύκο».
Οι άνθρωποι έχουν σκοτώσει λύκους και οι λύκοι ανθρώπους. Γιατί τώρα σε σφίγγει από το λαιμό ένας θυμός σαν φωτιά;
«Δεν ξέρω», είπε αργά ο Πέριν. «Ίσως επειδή ήταν εδώ. Δεν ήξερα ότι γίνεται να σκοτώσεις λύκο εδώ. Νόμιζα ότι οι λύκοι είναι ασφαλείς στο όνειρο».
Κυνηγάς τον Μακελάρη, Νεαρέ Ταύρε. Είναι εδώ με σάρκα και οστά και μπορεί να σκοτώνει.
«Με σάρκα και οστά; Εννοείς ότι δεν ονειρεύεται απλώς; Πώς μπορεί να είναι εδώ με σάρκα και οστά;»
Δεν ξέρω. Είναι κάτι που το θυμόμαστε αμυδρά από πολύ παλιά, που ξανάρθε, όπως και τόσα άλλα. Πλάσματα της Σκιάς περπατούν τώρα στο όνειρο. Πλάσματα τον Δοντιού της Καρδιάς. Δεν υπάρχει ασφάλεια.
«Ε, τώρα είναι μέσα». Ο Πέριν εξέτασε την ομοιόμορφη επιφάνεια του μεταλλικού πύργου. «Αν βρω πώς μπήκε, θα έρθει το τέλος του».
Τα ανόητα κουτάβια σκάβουν τις φωλιές της χωματόσφηκας. Αυτό το μέρος είναι κακό. Όλοι το ξέρουν. Κι εσύ κυνηγάς το κακό στο κακό. Ο Μακελάρης μπορεί και σκοτώνει.
Ο Πέριν κοντοστάθηκε. Στα συναισθήματα με τα οποία συσχέτιζε το μυαλό του τη λέξη «σκοτώνει» υπήρχε μια αίσθηση τέλους. «Άλτη, τι παθαίνει ο λύκος που πεθαίνει στο όνειρο;»
Ο λύκος έμεινε για λίγο σιωπηλός. Αν πεθάνουμε εδώ, πεθαίνουμε τελειωτικά, Νεαρέ Ταύρε. Δεν ξέρω αν αυτό συμβαίνει και με σένα, πιστεύω όμως πως ναι.
«Είναι ένα επικίνδυνο μέρος, τοξότη. Ο Πύργος του Γκεντζάι είναι ένα άσχημο μέρος για ανθρώπους».
Ο Πέριν γύρισε, μισοσήκωσε το τόξο και είδε μια γυναίκα να στέκεται μερικές απλωσιές παραπέρα, με τα χρυσά μαλλιά σε μια χοντρή πλεξούδα που έπεφτε ως τη μέση της, σχεδόν όπως τα χτένιζαν οι γυναίκες στους Δύο Ποταμούς, αλλά πιο περίτεχνα πλεγμένη. Τα ρούχα της ήταν ραμμένα με έναν παράξενο τρόπο, φορούσε κοντό, λευκό σακάκι και φαρδύ παντελόνι από κάποιο λεπτό, αχνό κίτρινο υλικό, που ήταν μαζεμένο στους αστραγάλους πάνω από κοντές μπότες. Ο σκούρος μανδύας της έμοιαζε να κρύβει κάτι που άστραφτε ασημί στο πλευρό της.
Η γυναίκα κουνήθηκε και η μεταλλική λάμψη χάθηκε. «Έχεις γερά μάτια, τοξότη. Το κατάλαβα από την πρώτη φορά που σε είδα».
Πόση ώρα τον παρακολουθούσε; Ο Πέριν ένιωσε ντροπή που αυτή η γυναίκα τον παραμόνευε και τον είχε πλησιάσει χωρίς να την ακούσει. Αν μη τι άλλο, θα έπρεπε να τον έχει προειδοποιήσει ο Άλτης. Ο λύκος είχε ξαπλώσει στο χορτάρι, που έφτανε ως το γόνατο του Πέριν, με τη μουσούδα στις μπροστινές πατούσες του, και τον κοίταζε.
Η γυναίκα έμοιαζε αόριστα γνώριμη, αν και ο Πέριν ήταν βέβαιος ότι θα τη θυμόταν, αν την είχε ξαναδεί ποτέ. Ποια ήταν αυτή, που βρισκόταν μέσα στο λυκίσιο όνειρο; Ή μήπως αυτό το μέρος, εκτός από το λυκίσιο όνειρο, ήταν και ο Τελ'αράν'ριοντ της Μουαραίν; «Είσαι Άες Σεντάι;»
«Όχι, τοξότη». Γέλασε. «Ήρθα μόνο για να σε προειδοποιήσω, παρά τις εντολές. Ακόμα και στον κόσμο των ανθρώπων, όταν μπεις στον Πύργο του Γκεντζάι είναι δύσκολο να βγεις· εδώ είναι σχεδόν αδύνατο. Έχεις κουράγιο σημαιοφόρου, που μερικοί λένε ότι δεν έχει διαφορά από την αμυαλιά».