Αδύνατο να βγεις; Ο άλλος —ο Μακελάρης― σίγουρα είχε μπει μέσα. Γιατί να μπει, αν δεν μπορούσε να βγει; «Κι ο Άλτης, επίσης, είπε ότι είναι επικίνδυνο. Ο Πύργος του Γκεντζάι; Τι είναι αυτό;»
Τα μάτια της γούρλωσαν και κοίταξε τον Άλτη, που ακόμα ήταν απλωμένος στο χορτάρι, αγνοώντας την και παρακολουθώντας τον Πέριν. «Μπορείς και μιλάς στους λύκους; Να κάτι που έχει χαθεί από καιρό στους θρύλους. Έτσι, λοιπόν, βρίσκεσαι εδώ. Έπρεπε να το καταλάβω. Ο πύργος είπες; Είναι είσοδος, τοξότη, για τα βασίλεια των Άλφιν και των Ήλφιν». Είπε τα ονόματα σαν να περίμενε ότι ο Πέριν θα τα γνώριζε. Αυτός την κοίταξε απορημένα. «Έπαιξες ποτέ ένα παιχνίδι που λέγεται Φίδια και Αλεπούδες;» τον ρώτησε.
«Όλα τα παιδιά το έπαιζαν. Τουλάχιστον έτσι είναι στους Δύο Ποταμούς. Αλλά το παρατάνε, όταν μεγαλώσουν και καταλάβουν ότι δεν υπάρχει τρόπος να νικήσουν».
«Παρά μόνο αν καταπατήσουν τους κανόνες», του είπε. «Κουράγιο για να δυναμώσεις, φωτιά για να τυφλώσεις, μουσική για να ζαλίσεις, σίδερο για να δεσμεύσεις».
«Αυτό είναι μια φράση από το παιχνίδι. Δεν καταλαβαίνω. Τι σχέση έχει με αυτό τον πύργο;»
«Είναι οι τρόποι για να νικήσεις τα φίδια και τις αλεπούδες. Το παιχνίδι είναι μια ανάμνηση παλιών δοσοληψιών. Δεν έχει σημασία, αρκεί να μην πλησιάζεις τους Άλφιν και τους Ήλφιν. Δεν είναι το κακό με την έννοια που η Σκιά είναι το κακό, όμως είναι τόσο διαφορετικοί από την ανθρωπότητα, που δεν έχει μεγάλη σημασία. Δεν μπορείς να τους εμπιστευτείς, τοξότη. Μακριά από τον Πύργο του Γκεντζάι. Απέφευγε τον Κόσμο των Ονείρων, αν μπορείς. Σκοτεινά πράγματα τριγυρνούν εδώ».
«Σαν τον άνθρωπο που κυνηγούσα; Τον Μακελάρη;»
«Του ταιριάζει το όνομα. Αυτός ο Μακελάρης δεν είναι από τα παλιά, τοξότη, όμως το κακό είναι αρχαίο». Φάνηκε σχεδόν να γέρνει σε κάτι αόρατο· ίσως στο ασημένιο πράγμα που ο Πέριν δεν είχε δει ακριβώς. «Απ’ ό,τι φαίνεται, σου είπα πολλά. Δεν καταλαβαίνω τι ήθελα και μίλησα. Φυσικά. Είσαι τα'βίρεν, τοξότη;»
«Ποια είσαι;» Έμοιαζε να ξέρει πολλά για τον πύργο και για το λυκίσιο όνειρο. Αλλά ξαφνιάστηκε που μπορώ να μιλάω με τον Άλτη. «Σ' έχω ξανασυναντήσει κάπου, νομίζω».
«Έχω ήδη παρακούσει πολλές εντολές, τοξότη».
«Εντολές; Τι εντολές;» Μια σκιά έπεσε στο έδαφος πλάι στον Άλτη και ο Πέριν γύρισε γρήγορα, θυμωμένος που τον είχαν ξαφνιάσει πάλι. Δεν υπήρχε κανείς εκεί. Αλλά την είχε δει· η σκιά ενός ανθρώπου, με τις λαβές δύο σπαθιών να υψώνονται πάνω από τους ώμους του. Κάτι σ' αυτή την εικόνα γαργαλούσε τη μνήμη του.
«Έχει δίκιο», είπε η γυναίκα πίσω του. «Κακώς σου μιλάω».
Όταν ξαναγύρισε ο Πέριν, η γυναίκα είχε χαθεί. Ως εκεί που έφτανε το μάτι του, έβλεπε μόνο λιβάδια και αραιές συστάδες δέντρων ― και το λαμπερό, ασημένιο πύργο.
Κοίταξε συνοφρυωμένος τον Άλτη, που τελικά σήκωσε το κεφάλι από τις πατούσες. «Είναι θαύμα που δεν σου ορμούν οι σκίουροι», μουρμούρισε ο Πέριν. «Τι γνώμη έχεις γι' αυτήν;»
Αυτήν; Ποια; Ο Άλτης σηκώθηκε και κοίταξε ολόγυρα. Πού;
«Της μιλούσα. Εκείνη εδώ πέρα. Μόλις τώρα».
Έκανες ήχους στον άνεμο, Νεαρέ Ταύρε. Δεν υπήρχε εδώ καμία «εκείνη» που λες. Μόνο εγώ κι εσύ.
Ο Πέριν έξυσε το κεφάλι εκνευρισμένος. Η γυναίκα ήταν εκεί. Δεν μιλούσε μόνος του. «Παράξενα πράγματα συμβαίνουν εδώ», μονολόγησε. «Συμφώνησε μαζί σου, Άλτη. Μου είπε να μην πλησιάζω αυτό τον πύργο».
Είναι σοφή. Στη σκέψη υπήρχε μια δόση αμφιβολίας· ο Άλτης ακόμα δεν πίστευε ότι η «εκείνη» ήταν υπαρκτή.
«Έκανα πολύ περισσότερο δρόμο απ' όσο σκόπευα», μουρμούρισε ο Πέριν. Εξήγησε ότι είχε ανάγκη να βρει λύκους στους Δύο Ποταμούς, ή στα βουνά εκεί ψηλά, ανέφερε για τα κοράκια και τους Τρόλοκ στις Οδούς.
Όταν τελείωσε, ο Άλτης έμεινε σιωπηλός γι' αρκετή ώρα και η φουντωτή ουρά του ήταν χαμηλωμένη και αλύγιστη. Στο τέλος... Να αποφύγεις το παλιό σου σπίτι, Νεαρέ Ταύρε. Η εικόνα που το μυαλό του Πέριν έλεγε «σπίτι» ήταν ο τόπος που τον σημάδευε μια αγέλη λύκων. Τώρα δεν υπάρχουν λύκοι εδώ. Όσοι ήταν εδώ και δεν έφυγαν, είναι νεκροί. Εδώ, ο Μακελάρης περιδιαβαίνει το όνειρο.
«Πρέπει να πάω σπίτι, Άλτη. Πρέπει».
Να προσέχεις, Νεαρέ Ταύρε. Ζυγώνει η μέρα τον Τελευταίου Κυνηγιού. Θα τρέξουμε μαζί στο Τελευταίο Κυνήγι.
«Θα τρέξουμε μαζί», είπε θλιμμένα ο Πέριν. Θα ήταν ωραία να ερχόταν εδώ όταν πέθαινε· ήταν ήδη μισός λύκος, έτσι φαινόταν μερικές φορές. «Πρέπει να φύγω τώρα, Άλτη».