Выбрать главу

Είθε να έχεις καλό κυνήγι, Νεαρέ Ταύρε, και θηλυκά για να σον κάνουν πολλά μικρά.

«Αντίο, Άλτη».

Άνοιξε τα μάτια στο αμυδρό φως των κάρβουνων, που έσβησαν στη βουνοπλαγιά. Ο Γκαούλ καθόταν ανακούρκουδα λίγο παραπέρα από κει που έφτανε το φως, παρακολουθώντας τη νύχτα. Στον άλλο καταυλισμό, η Φάιλε είχε σηκωθεί για να φυλάξει τη σκοπιά της. Το φεγγάρι κρεμόταν πάνω από τα βουνά και έκανε τα σύννεφα μαργαριταρένιες σκιές. Ο Πέριν υπολόγισε πως είχε κοιμηθεί δύο ώρες.

«Θα κρατήσω εγώ σκοπιά λιγάκι», είπε τινάζοντας το μανδύα του. Ο Γκαούλ ένευσε και βολεύτηκε στο χώμα όπως ήταν. «Γκαούλ;» Ο Αελίτης σήκωσε το κεφάλι. «Μπορεί στους Δυο Ποταμούς να είναι χειρότερα απ’ όσο νόμιζα».

«Αυτό συμβαίνει συχνά», αποκρίθηκε χαμηλόφωνα ο Γκαούλ. «Έτσι είναι η ζωή». Ο Αελίτης έγειρε γαλήνια το κεφάλι για να κοιμηθεί.

Ο Μακελάρης. Ποιος ήταν; Τι ήταν; Στην Πύλη Σκιογέννητοι, στα Όρη της Ομίχλης κοράκια και στους Δύο Ποταμούς αυτός που λεγόταν Μακελάρης. Δεν μπορεί να ήταν σύμπτωση, όσο κι αν το ευχόταν.

29

Επιστροφή Στην Πατρίδα

Ενώ για το ταξίδι στο Δυτικό Δάσος είχε χρειαστεί περίπου πέντ' έξι δρασκελιές στο λυκίσιο όνειρο, για να κατέβουν τα βουνά και να διασχίσουν τους Λόφους της Άμμου με τα άλογα είχαν κάνει τρεις ατέλειωτες μέρες. Οι Αελίτες δεν δυσκολεύονταν να τους προφταίνουν πεζοί, αλλά τα ζώα δεν μπορούσαν να αναπτύξουν ταχύτητα σε αυτή τη γη, που ήταν ανώμαλη στο μεγαλύτερο μέρος της. Οι πληγές του Πέριν τον έτρωγαν υπερβολικά πολύ καθώς γιατρεύονταν· η αλοιφή της Φάιλε έμοιαζε να κάνει τη δουλειά της.

Το ταξίδι εν γένει έμοιαζε να είναι ήσυχο και συχνότερα έσπαζε τη μονοτονία η υλακή κάποιας αλεπούς που κυνηγούσε ή ο αντίλαλος της κραυγής κάποιου γερακιού, παρά κάποιος της ομάδας που είχε μιλήσει. Τουλάχιστον δεν είχαν ξαναδεί κοράκια. Μερικές φορές του είχε φανεί ότι η Φάιλε ήταν έτοιμη να τον πλησιάσει με το άλογο για να του πει κάτι, αλλά πάντα έδειχνε να αλλάζει γνώμη. Ο Πέριν χαιρόταν γι' αυτό· ήθελε περισσότερο από κάθε τι να της μιλήσει, αλλά τι θα συνέβαινε αν κατέληγαν να συμφιλιωθούν; Έψεξε τον εαυτό του που το ήθελε. Η Φάιλε είχε κοροϊδέψει τον Λόιαλ, είχε κοροϊδέψει και τον ίδιο. Θα τα έκανε όλα χειρότερα, πιο δύσκολα. Ευχόταν να μπορούσε να τη φιλήσει πάλι. Ευχόταν να αποφάσιζε η Φάιλε ότι τον είχε βαρεθεί και να έφευγε. Ήταν ανάγκη να είναι τόσο πεισματάρα;

Η Φάιλε και οι δύο Αελίτισσες δεν ξανοίγονταν στους υπόλοιπους και κάθε φορά που η μια Αελίτισσα προχωρούσε μπροστά για να κάνει ανίχνευση, η άλλη έμενε δίπλα στη Σουώλοου. Μερικές φορές οι τρεις γυναίκες μουρμούριζαν χαμηλόφωνα αναμεταξύ τους και ύστερα απέφευγαν να τον κοιτάξουν, με έναν τρόπο τόσο επιτηδευμένο που ήταν σαν να του πετούσαν πέτρες. Ο Λόιαλ ήταν μαζί τους, κατά παράκληση του Πέριν, αν και η κατάσταση προφανώς του έφερνε μεγάλη στενοχώρια. Τα αφτιά του Λόιαλ τινάζονταν σαν να ευχόταν να μην είχε συναντήσει ποτέ του ανθρώπους. Ο Γκαούλ έδειχνε να τα βρίσκει όλα αυτά εξαιρετικά διασκεδαστικά· όποτε τον κοίταζε ο Πέριν, έμοιαζε να χαμογελά από μέσα του.

Ο Πέριν ταξίδευε γεμάτος ανησυχία και είχε συνεχώς το τόξο στο ψηλό μπροστάρι της σέλας του. Άραγε εκείνος που λεγόταν Μακελάρης τριγυρνούσε στους Δύο Ποταμούς μονάχα στο όνειρο, ή μήπως ήταν εκεί και στον ξυπνητό κόσμο; Ο Πέριν υποπτευόταν ότι ίσχυε το δεύτερο και ότι ο Μακελάρης ήταν εκείνος που είχε σκοτώσει χωρίς λόγο το γεράκι. Ήταν άλλη μια περιττή περιπλοκή, πέρα από τα Τέκνα του Φωτός.

Η οικογένειά του είχε ένα μεγάλο αγρόκτημα μισής μέρας δρόμο έξω από το Πεδίο του Έμοντ, σχεδόν κοντά στο Νεροδάσος. Ήταν ο πατέρας του, η μητέρα του, οι αδελφές του και το μωρό, ο αδελφούλης του. Ήταν ο Πήτραμ, τώρα θα ήταν εννιά χρόνων και χωρίς αμφιβολία θα διαμαρτυρόταν ακόμα πιο έντονα αν τον έλεγες μωρό, η Ντεσέλ, μια παχουλή δωδεκάχρονη, και η Αντόρα, δεκάξι χρόνων, που μάλλον θα ετοιμαζόταν να κάνει τα μαλλιά της πλεξούδα. Ήταν ο θείος Γιούαρντ, ο αδελφός του πατέρα του, και η θεία Μάγκντε, εύσωμη και όμοια με τον άντρα της, και τα παιδιά τους. Ήταν η θεία Νεαίν, που επισκεπτόταν τον τάφο του θείου Κάρλιν κάθε πρωί, τα παιδιά τους και η μεγάλη θεία Ήλσιν, που ποτέ δεν είχε παντρευτεί, με τη σουβλερή μύτη της και το άγρυπνο μάτι, που έπιανε ό,τι σκάρωνε οποιοσδήποτε στο χωριό. Από τότε που είχαν βάλει τον Πέριν μαθητευόμενο στον αφέντη Λούχαν, τους έβλεπε μόνο τις γιορτινές μέρες· η απόσταση παραήταν μεγάλη για άσκοπο ταξίδι και οι δουλειές δεν περίμεναν. Αν οι Λευκομανδίτες έψαχναν τους Αϋμπάρα, δεν θα δυσκολεύονταν να τους βρουν. Γι' αυτούς είχε ευθύνη, όχι για τον Μακελάρη. Δεν μπορούσε να κάνει τα πάντα. Θα προστάτευε την οικογένειά του και τη Φάιλε. Αυτό ήταν το πρώτο. Ύστερα ερχόταν το χωριό, οι λύκοι και τελευταίος ο Μακελάρης. Δεν μπορούσε ένας άνθρωπος να καταφέρει τα πάντα.