Выбрать главу

Τα δέντρα του Δυτικού Δάσους φύτρωναν σε πετρώδες έδαφος, όπου ξεπρόβαλλαν σκεπασμένα με βάτα βράχια ― μια σκληρή, δασώδης περιοχή με ελάχιστες φάρμες ή μονοπάτια. Ο Πέριν τριγυρνούσε σ' αυτά τα πυκνά δάση όταν ήταν παιδί, μόνος ή με τον Ραντ, κυνηγούσε με τόξο ή με σφεντόνα, έστηνε δόκανα για λαγούς ή απλώς περιπλανιόταν για τη χαρά της περιπλάνησης. Οι σκίουροι με τις φουντωτές ουρές, που μουρμούριζαν στα δέντρα, οι πιτσιλωτές τσίχλες, που φλυαρούσαν στα κλαριά και τις μιμούνταν οι περιγελαστές με τα μαύρα φτερά, τα ορτύκια με τις γαλάζιες ράχες, που πετιόνταν από τους θάμνους μπροστά από τους ταξιδιώτες ― όλα αυτά του έλεγαν ότι βρισκόταν σπίτι. Ακόμα και η μυρωδιά του χώματος που έσκαβαν οι οπλές των ζώων ήταν ένα αναγνωριστικό σημάδι.

Θα μπορούσε να είχε πάει κατευθείαν προς το Πεδίο του Έμοντ, αλλά αντίθετα έστριψε προς το βορρά, μέσα από το δάσος, και τελικά διέσχισε το πλατύ, σκληρό μονοπάτι που ονομαζόταν Δρόμος του Λατομείου, καθώς ο ήλιος έγερνε στις κορφές των δέντρων. Γιατί άραγε «λατομείο», αυτό δεν το ήξερε κανένας στους Δύο Ποταμούς, και ούτε που έμοιαζε με δρόμο, μόνο με χορταριασμένη λουρίδα, που δεν πρόσεχες καν ότι δεν είχε δέντρα, παρά μόνο όταν έβλεπες τα βαθιά αυλάκια που είχαν αφήσει στο πέρασμά τους γενιές από άμαξες και κάρα. Μερικές φορές ανέβαιναν στην επιφάνεια θραύσματα από το παλιό οδόστρωμα. Ίσως να έβγαζε σε ένα λατομείο για τη Μανέθερεν.

Η φάρμα που έψαχνε ο Πέριν βρισκόταν σχετικά κοντά στο δρόμο, πέρα από τις σειρές που σχημάτιζαν οι μηλιές και οι αχλαδιές, όπου ωρίμαζαν οι καρποί. Πριν δει τη φάρμα, τη μύρισε. Ήταν η μυρωδιά του κάρβουνου· δεν ήταν φρέσκια, αλλά αυτή η οσμή δεν μαλάκωνε ακόμα και έπειτα από ένα χρόνο.

Τράβηξε τα γκέμια κοντά εκεί που άρχιζαν τα δέντρα και έμεινε να κοιτάζει ακίνητος, πριν πιέσει τον εαυτό του να μπει στο μέρος που κάποτε ήταν το αγρόκτημα των αλ'Θόρ, με το άλογο φόρτου να ακολουθεί από πίσω το καφετί και γκρίζο άτι του. Μόνο το πέτρινο μαντρί για τα πρόβατα στεκόταν ακόμα, ενώ η καγκελόπορτα έχασκε ανοιχτή, κρεμασμένη από ένα μεντεσέ. Η μαυρισμένη από την καπνιά καμινάδα έριχνε μια σκιά στα σωριασμένα, καμένα καδρόνια του αγροτόσπιτου. Από τον αχυρώνα και την παράγκα που ξεραινόταν το ταμπάκ μόνο στάχτες έμεναν. Τα αγριόχορτα έπνιγαν το χωράφι για το ταμπάκ και το λαχανόκηπο, ο οποίος φαινόταν τσαλαπατημένος· ό,τι δεν ήταν πριονίδι ή πούπουλο, κείτονταν τσακισμένο και ξερασμένο.

Δεν σκέφτηκε καν να βάλει βέλος στο τόξο. Η πυρκαγιά είχε κάψει το σπίτι πριν από βδομάδες, το καμένο ξύλο ήταν γλιστερό και μουντό από τις βροχές που είχαν πέσει στο μεταξύ. Το άγριο κλήμα ήθελε ένα μήνα για να ψηλώσει τόσο. Είχε κουκουλώσει ακόμα και το αλέτρι και τη σβάρνα, που ήταν πεσμένα δίπλα στο χωράφι· κάτω από τα χλωμά, στενά φύλλα φαινόταν η σκουριά τους.

Οι Αελίτες έψαξαν προσεκτικά όμως, με τα όπλα έτοιμα και το βλέμμα επιφυλακτικό, χτένισαν την περιοχή και έσκαψαν τις στάχτες. Όταν η Μπάιν βγήκε από τα ερείπια του σπιτιού, κοίταξε τον Πέριν και κούνησε το κεφάλι της. Τουλάχιστον ο Ταμ αλ'Θόρ δεν είχε πεθάνει εκεί.

Το ξέρουν. Το ξέρουν, Ραντ. Έπρεπε να είχες έρθει. Έβαλε τα δυνατά του για να μην αρχίσει να καλπάζει με τον Γοργοπόδη, μέχρι να φτάσει στο αγρόκτημα της οικογένειάς του. Ή, τουλάχιστον, έβαλε τα δυνατά του για να μην το προσπαθήσει· ακόμα και ο Γοργοπόδης θα έπεφτε νεκρός πριν τρέξει τόσο δρόμο. Μπορεί να ήταν έργο των Τρόλοκ αυτό. Αν ήταν Τρόλοκ, ίσως η οικογένειά του να δούλευε ακόμα στο αγρόκτημά τους, να ήταν ακόμα ασφαλής. Πήρε μια βαθιά ανάσα, όμως η οσμή του καμένου έπνιξε όλες τις άλλες.

Ο Γκαούλ πήγε και στάθηκε δίπλα του. «Όποιος και να το έκανε, έχει φύγει από καιρό. Κάποιος ήρθε αργότερα να μαζέψει το κοπάδι και να το πάει κατά το βορρά. Δυο άντρες, νομίζω, αλλά τα αχνάρια είναι παλιά και δεν είμαι σίγουρος».

«Υπάρχει κανένα ίχνος που να δείχνει ποιος το έκανε;» Ο Γκαούλ κούνησε το κεφάλι. Μπορεί να ήταν Τρόλοκ. Παράξενο να εύχεσαι τέτοιο πράγμα. Και ανόητο. Οι Λευκομανδίτες ήξεραν το όνομά του και επίσης φαινόταν ότι ήξεραν και τον Ραντ. Ξέρουν το όνομά μου. Κοίταξε τις στάχτες του ψηλού αγροτόσπιτου των αλ'Θόρ και ο Γοργοπόδης κουνήθηκε, καθώς τα χαλινάρια έτρεμαν στα χέρια του Πέριν.

Ο Λόιαλ είχε ξεπεζέψει μπροστά στις μηλιές, το κεφάλι του όμως ήταν ακόμα ανάμεσα στα κλαριά. Η Φάιλε πλησίασε με τη Σουώλοου τον Πέριν, μελετώντας το πρόσωπό του, ενώ η φοράδα της βημάτιζε όλο χάρη. «Αυτό είναι...; Ξέρεις τους ανθρώπους που έμεναν εδώ;»