«Ο Ραντ και ο πατέρας του».
«Α! Νόμιζα μήπως ήταν...» Η ανακούφιση και η συμπόνια στη φωνή της αρκούσαν για να ολοκληρώσουν την πρόταση. «Η οικογένεια σου είναι εδώ κοντά;»
«Όχι», της είπε κοφτά κι εκείνη τινάχτηκε, σαν να την είχε χαστουκίσει. Όμως συνέχισε να τον κοιτάζει περιμένοντας. Τι έπρεπε να κάνει για να τη διώξει; Αφού δεν το είχε καταφέρει ακόμα, έπρεπε να κάνει περισσότερα απ' όσα άντεχε να κάνει.
Οι σκιές μάκραιναν, ο ήλιος άγγιζε τις κορυφές των δέντρων. Έστριψε τον Γοργοπόδη και της γύρισε την πλάτη. «Γκαούλ, θα πρέπει να καταλύσουμε εδώ κοντά απόψε. Θέλω το πρωί να φύγω νωρίς». Έριξε μια κλεφτή ματιά πάνω από τον ώμο του· η Φάιλε γυρνούσε στον Λόιαλ, μουδιασμένη πάνω στη σέλα της. «Στο Πεδίο του Έμοντ θα ξέρουν...» Θα ήξεραν πού ήταν οι Λευκομανδίτες κι έτσι θα μπορούσε να παραδοθεί, πριν πειράξουν την οικογένειά του. Αν ήταν καλά η οικογένειά του. Αν η φάρμα όπου είχε γεννηθεί δεν ήταν ήδη σαν αυτήν. Όχι. Το δίχως άλλο, είχε φτάσει εγκαίρως. «Θα ξέρουν πώς είναι η κατάσταση».
«Νωρίς, λοιπόν». Ο Γκαούλ δίστασε. «Δεν θα καταφέρεις να τη διώξεις. Είναι σχεδόν Φαρ Ντάραϊς Μάι κι αν μια Κόρη σ' αγαπήσει, δεν μπορείς να της ξεφύγεις, όσο κι αν τρέξεις».
«Μη σκας εσύ για τη Φάιλε». Μαλάκωσε τη φωνή του· δεν ήθελε να διώξει τον Γκαούλ. «Πολύ νωρίς. Όσο η Φάιλε κοιμάται ακόμα».
Και οι δύο καταυλισμοί, κάτω από τις μηλιές, ήταν ήσυχοι εκείνη τη νύχτα. Αρκετές φορές σηκωνόταν κάποια από τις δύο Αελίτισσες για να κοιτάξει τη μικρή φωτιά, όπου κάθονταν ο Πέριν με τον Γκαούλ, όμως οι μόνοι ήχοι που ακούγονταν ήταν το χουχούτισμα της κουκουβάγιας και το σύρσιμο των ποδιών των αλόγων. Ο Πέριν δεν είχε ύπνο και ήθελε ακόμα μια ώρα μέχρι να φωτίσει, με την πανσέληνο στη δύση της, όταν ξεγλίστρησε από κει μαζί με τον Γκαούλ· ο Αελίτης ήταν βουβός, ενώ οι μαλακές του μπότες και οι οπλές των αλόγων έκαναν ελάχιστο θόρυβο. Η Μπάιν, ή ίσως η Τσιάντ, τους παρακολούθησε να φεύγουν. Ο Πέριν δεν ήξερε ποια ήταν, όποια κι αν ήταν, όμως, δεν ξύπνησε τη Φάιλε και γι' αυτό ένιωσε ευγνωμοσύνη.
Ο ήλιος είχε ανέβει ψηλά μέχρι να βγουν από το Δυτικό Δάσος και να βρεθούν λίγο πιο κάτω από το χωριό, ανάμεσα στις αυλακιές των κάρων και τα μονοπάτια, που τα περισσότερα περνούσαν πλάι από φράχτες ή χαμηλούς τοίχους από τραχιές πέτρες. Καπνοί υψώνονταν στον αέρα και σχημάτιζαν πουπουλένια, γκρίζα σύννεφα πάνω από τις καμινάδες των αγροικιών κι όπως έδειχνε η μυρωδιά, οι νοικοκυρές ετοίμαζαν να ψήσουν, όπως κάθε πρωί. Οι άντρες ήταν στα χωράφια του ταμπάκ ή του κριθαριού και τα παιδιά φύλαγαν κοπάδια μαυρομούσουδων προβάτων στα λιβάδια. Κάποιοι πρόσεξαν το πέρασμά τους, όμως ο Πέριν συνέχισε να προχωρά με τον Γοργοπόδη σε έντονο βηματισμό, ελπίζοντας ότι κανένας δεν θα βρισκόταν τόσο κοντά του ώστε να τον αναγνωρίσει, ή να απορήσει με τα παράξενα ρούχα και τα δόρατα του Γκαούλ.
Ο κόσμος θα πηγαινοερχόταν για τις δουλειές του και στο Πεδίο του Έμοντ κι έτσι έκανε το γύρο προς τα ανατολικά, μακριά από το χωριό, μακριά από τους σκληρούς χωματόδρομους και τις καλαμοσκεπές που ήταν συγκεντρωμένες γύρω από το Δημόσιο Λιβάδι, όπου η Οινοπηγή, από την οποία πήγαζε το Νερό της Οινοπηγής, τίναζε νερό από μια προεξοχή του βράχου με τόση δύναμη, που μπορούσε να πετάξει άνθρωπο κάτω. Οι ζημιές που θυμόταν από την περυσινή Νύχτα του Χειμώνα, τα καμένα σπίτια και οι καρβουνιασμένες στέγες, είχαν όλες διορθωθεί και επισκευαστεί. Θαρρείς και δεν είχαν έρθει ποτέ Τρόλοκ. Ευχήθηκε να μην το ξαναζούσε κανείς αυτό. Το Πανδοχείο της Οινοπηγής βρισκόταν σχεδόν στην ανατολική άκρη του. Πεδίου του Έμοντ, ανάμεσα στην ξύλινη Γέφυρα των Κάρων, πάνω από το ορμητικό νερό της Οινοπηγής, και σε κάτι ογκώδη, αρχαία, πέτρινα θεμέλια, που στο κέντρο τους φύτρωνε μια πελώρια βελανιδιά. Τα απογεύματα που είχε καλό καιρό καθόταν εκεί ο κόσμος, σε τραπεζάκια κάτω από τα κλωνιά της και παρακολουθούσε να παίζουν σφαίρα. Τέτοια ώρα το πρωί, βέβαια, τα τραπέζια ήταν άδεια. Υπήρχαν λίγα μόνο σπίτια πιο πέρα, στα ανατολικά. Το ισόγειο του πανδοχείου ήταν φτιαγμένο από ποταμίσια πέτρα και ο πρώτος όροφος προεξείχε ολόγυρα ασβεστωμένος, με καμιά δεκαριά καμινάδες να υψώνονται πάνω από τη λαμπερή στέγη με τα κόκκινα κεραμίδια ― η μόνη σκεπή με κεραμίδια σε εκείνα τα μέρη.
Ο Πέριν, δένοντας τον Γοργοπόδη και το άλογο φόρτου σε έναν πάσσαλο κοντά στην πόρτα της κουζίνας, κοίταξε το στάβλο με την καλαμοσκεπή. Άκουγε άντρες να δουλεύουν εκεί, μάλλον θα ήταν ο Χυ και ο Ταντ, καθαρίζοντας τα χωρίσματα όπου είχε ο αφέντης αλ'Βέρ το μεγάλο ζευγάρι άλογα ράτσας Ντούραν, που νοίκιαζε για βαρύ κουβάλημα. Ακούγονταν ήχοι κι από την άλλη μεριά του πανδοχείου επίσης, μουρμουρητά από το Δημόσιο Λιβάδι, χήνες που έκραζαν, το μπουμπουνητό μιας άμαξας. Άφησε τα πράγματα στα άλογα· η στάση εδώ δεν θα κρατούσε πολύ. Έκανε νόημα στον Γκαούλ να τον ακολουθήσει και μπήκε βιαστικά μέσα κρατώντας το τόξο, πριν βγει κάποιος από τους δύο σταβλίτες.