Η κουζίνα ήταν άδεια, οι δύο σιδερένιοι φούρνοι σβησμένοι, όπως και οι εστίες, εκτός από μία, αν και η μυρωδιά ψημένου φαγητού ακόμα πλανιόταν στον αέρα. Ψωμί και μελόπιτες. Το πανδοχείο σπανίως είχε φιλοξενούμενους, παρά μόνο όταν έρχονταν έμποροι από το Μπάερλον για να αγοράσουν μαλλί και ταμπάκ, ή ο πραματευτής, που ερχόταν μια φορά το μήνα, όταν οι δρόμοι δεν ήταν αδιάβατοι λόγω του χιονιού. Οι άνθρωποι του χωριού, που μπορεί να έρχονταν για να πιουν κάτι ή να φάνε αργότερα, τώρα δούλευαν σκληρά στα σπίτια τους. Ίσως, όμως, να ήταν κάποιος εκεί κι έτσι ο Πέριν προχώρησε στις μύτες των ποδιών και πήρε τον κοντό διάδρομο, που από την κουζίνα έβγαζε στην κοινή αίθουσα, και άνοιξε μια χαραμάδα την πόρτα για να κρυφοκοιτάξει.
Είχε δει χίλιες φορές αυτή την τετράγωνη αίθουσα, με το τζάκι από ποταμίσιες πέτρες να πιάνει το μισό τοίχο και την κορνίζα να φτάνει στο ύψος του ώμου του, όπου ο αφέντης αλ'Βέρ άφηνε την καλογυαλισμένη ταμπακοθήκη και το ρολόι του, που το είχε σαν τα μάτια του. Κατά κάποιον τρόπο, όλα έμοιαζαν μικρότερα. Οι καρέκλες με την ψηλή ράχη μπροστά στο τζάκι ήταν το μέρος όπου συνεδρίαζε το Συμβούλιο του Χωριού. Τα βιβλία του Μπράντελγουυν αλ'Βέρ ήταν σ' ένα ράφι αντίκρυ στο τζάκι —κάποτε ο Πέριν δεν μπορούσε να βάλει με το νου του περισσότερα βιβλία από αυτές τις λίγες δωδεκάδες φθαρμένους τόμους― και στον άλλο τοίχο υπήρχαν βαρελάκια με μπύρα και κρασί. Σ' ένα απ' αυτά ξάπλωνε και κοιμόταν του καλού καιρού ο Σκρατς, ο κίτρινος γάτος του πανδοχείου.
Με εξαίρεση τον ίδιο τον Μπραν αλ'Βέρ και τη σύζυγο του, τη Μάριν, που φορούσαν μακριές, λευκές ποδιές και γυάλιζαν τα ασημικά και τα χάλκινα του πανδοχείου σ' ένα τραπέζι, η κοινή αίθουσα ήταν άδεια. Ο αφέντης αλ'Βέρ ήταν ένας παχουλός και στρογγυλεμένος άντρας, με ελάχιστες γκρίζες τρίχες στα μαλλιά του· η κυρά αλ'Βέρ ήταν λεπτή, με μητρικό ύφος, είχε μια χοντρή πλεξούδα που γκριζάριζε πάνω από τον ώμο της και μύριζε ψημένο φαγητό και κάτω απ' αυτό τριαντάφυλλα. Ο Πέριν τους θυμόταν γελαστούς, όμως τώρα και οι δύο φαίνονταν προσηλωμένοι· ο δήμαρχος έσμιγε τα φρύδια για κάποιο λόγο που σίγουρα δεν είχε να κάνει με το ασημένιο κύπελλο στα χέρια του.
«Αφέντη αλ'Βέρ;» Άνοιξε την πόρτα και μπήκε μέσα. «Κυρά αλ'Βέρ. Ο Πέριν είμαι».
Αυτοί πετάχτηκαν όρθιοι, αναποδογυρίζοντας τις καρέκλες και ξεσηκώνοντας τον Σκρατς, που έδωσε ένα σάλτο. Η κυρά αλ'Βέρ έκρυψε το στόμα με το χέρι· οι δυο τους έμειναν να κοιτάνε χάσκοντας τόσο τον ίδιο, όσο και τον Γκαούλ. Τόσο που ο Πέριν ένιωσε αμηχανία και μετακίνησε το τόξο από το ένα χέρι στο άλλο. Ειδικά όταν ο Μπραν έτρεξε σε ένα μπροστινό παράθυρο —για άνθρωπο με τον όγκο που κουβαλούσε, οι κινήσεις του διέθεταν εκπληκτική ελαφράδα― και παραμέρισε τις καλοκαιριάτικες κουρτίνες για να κοιτάξει έξω, λες και περίμενε να δει εκεί και άλλους Αελίτες.
«Πέριν;» μουρμούρισε όλο δυσπιστία η κυρά αλ'Βέρ. «Είσαι στ' αλήθεια εσύ. Κόντεψα να μη σε γνωρίσω με τη γενειάδα και... Το μάγουλό σου. Ήσουν...; Είναι μαζί σου η Εγκουέν;»
Ο Πέριν άγγιξε με συστολή τη μισογιατρεμένη χαρακιά στο μάγουλό του, ενώ μέσα του ευχόταν να είχε πλυθεί, ή τουλάχιστον να είχε αφήσει το τόξο στην κουζίνα. Δεν είχε σκεφτεί ότι μπορεί να τους τρόμαζε η εμφάνισή του. «Όχι. Αυτό δεν έχει σχέση με την Εγκουέν. Είναι σώα και ασφαλής». Ασφαλέστερη καθ' οδόν προς την Ταρ Βάλον, ίσως, παρά αν ήταν ακόμα στο Δάκρυ με τον Ραντ, όμως και στις δύο περιπτώσεις ήταν ασφαλής. Σκέφτηκε ότι θα έπρεπε να πει στη μητέρα της Εγκουέν κάτι παραπάνω απ' αυτή την ξερή δήλωση. «Κυρά αλ'Βέρ, η Εγκουέν μελετά για να γίνει Άες Σεντάι. Και η Νυνάβε το ίδιο».
«Το ξέρω», είπε εκείνη χαμηλόφωνα, αγγίζοντας την τσέπη της ποδιάς της. «Έχω τρία γράμματά της από την Ταρ Βάλον. Απ' ό,τι γράφει, έστειλε κι άλλα, και η Νυνάβε έχει στείλει τουλάχιστον ένα, όμως μόνο τα τρία της Εγκουέν έφτασαν ως εμάς. Λέει κάτι λίγα για την εκπαίδευση της και πρέπει να πω ότι φαίνεται σκληρή».
«Αυτό θέλει». Τρία γράμματα; Η ενοχή τον έκανε να ανασηκώσει αμήχανα τους ώμους. Δεν είχε γράψει γράμμα σε κανέναν ύστερα από εκείνα τα σημειώματα που είχε αφήσει για την οικογένειά του και τον αφέντη Λούχαν, τη βραδιά που τον είχε πάρει η Μουαραίν από το Πεδίο του Έμοντ. Ούτε ένα.
«Έτσι φαίνεται, αν και δεν ήταν έτσι στο όνειρο που είχα γι' αυτή. Τούτο δεν είναι κάτι που μπορώ να το λέω σε πολύ κόσμο, έτσι δεν είναι; Λέει ότι έχει κάνει φιλίες με κάτι καλές κοπέλες, απ' ό,τι φαίνεται. Την Ηλαίην και τη Μιν. Τις ξέρεις;»