Выбрать главу

«Έχουμε γνωριστεί. Νομίζω ότι μπορείς να τις λες καλά κορίτσια». Πόσα της είχε πει η Εγκουέν σ' αυτά τα γράμματα; Απ' ό,τι φαινόταν, όχι πολλά. Ας σκεφτόταν ό,τι ήθελε η κυρά αλ'Βέρ· ο Πέριν δεν είχε την παραμικρή πρόθεση να τη βάλει σε ανησυχία σχετικά με πράγματα για τα οποία δεν μπορούσε να κάνει τίποτα. Ό,τι είχε συμβεί, είχε συμβεί. Η Εγκουέν τώρα ήταν ασφαλής.

Συνειδητοποίησε ξαφνικά ότι ο Γκαούλ απλώς στεκόταν εκεί και τότε έκανε βιαστικά τις συστάσεις. Ο Μπραν ανοιγόκλεισε τα μάτια όταν είπε ότι ο Γκαούλ ήταν Αελίτης και έσμιξε τα φρύδια, κοιτώντας τα δόρατα και το μαύρο πέπλο, που κρεμόταν στο στήθος του Γκαούλ από το σούφα του. «Είσαι καλοδεχούμενος στο Πεδίο του Έμοντ, αφέντη Γκαούλ, και στο Πανδοχείο της Οινοπηγής», είπε απλώς η σύζυγός του.

«Είθε να έχεις πάντα νερό και σκιά, στεγοκυρά», είπε με επισημότητα ο Γκαούλ, κάνοντάς της μια υπόκλιση. «Ζητώ την άδεια να υπερασπιστώ τη στέγη και το φρούριο σου».

Εκείνη δίστασε ελάχιστα πριν αποκριθεί, σαν να είχε συνηθίσει να τα ακούει αυτά. «Σεβαστή προσφορά. Αλλά επίτρεψέ μου να αποφασίσω πότε θα χρειαστεί».

«Όπως ορίζεις, στεγοκυρά. Η τιμή σου είναι δική μου». Ο Γκαούλ έβγαλε από το σακάκι του μια χρυσή αλατιέρα, μια μικρή γαβάθα που ισορροπούσε στη ράχη ενός αριστοτεχνικά φτιαγμένου λιονταριού, και της το έτεινε. «Προσφέρω αυτό το μικρό δώρο ως φιλοξενούμενος στη στέγη σου».

Η Μάριν αλ'Βέρ το δέχτηκε, όπως θα δεχόταν οποιοδήποτε δώρο, χωρίς να δείξει την κατάπληξη της. Ο Πέριν αμφέβαλλε αν συγκρινόταν με οποιοδήποτε άλλο κομμάτι σ' όλους τους Δύο Ποταμούς και σίγουρα δεν υπήρχε άλλο χρυσό. Ήταν ελάχιστα τα χρυσά νομίσματα στους Δύο Ποταμούς και πολύ λιγότερα τα χρυσά στολίδια. Έλπισε να μην ανακάλυπτε ποτέ η κυρά αλ'Βέρ ότι ήταν λάφυρο από την Πέτρα του Δακρύου· τουλάχιστον ο ίδιος αυτό πίστευε.

«Αγόρι μου», είπε ο Μπραν, «ίσως να έπρεπε να πω “καλωσόρισες στην πατρίδα”, αλλά γιατί γύρισες;»

«Άκουσα για τους Λευκομανδίτες, δήμαρχε», απάντησε ανέκφραστα ο Πέριν.

Ο Μπραν και η σύζυγος του κοιτάχτηκαν σκυθρωπά. «Ξαναρωτώ, γιατί γύρισες; Δεν μπορείς να σταματήσεις τίποτα, αγόρι μου, ή ν' αλλάξεις τίποτα. Καλύτερα να φύγεις. Αν δεν έχεις άλογο, θα σου δώσω ένα. Αν έχεις, ξανανέβα. στη σέλα σου και φύγε προς το βορρά. Νόμιζα ότι οι Λευκομανδίτες φρουρούν το Τάρεν Φέρυ... Αυτοί σου στόλισαν το πρόσωπο;» είπε ο Μπραν.

«Όχι. Δεν —»

«Τότε δεν έχει σημασία. Αν τους πέρασες όπως ερχόσουν, θα τους περάσεις και για να φύγεις. Το κύριο στρατόπεδό τους είναι στο Λόφο της Σκοπιάς, αλλά οι περίπολοι τους μπορεί να είναι παντού. Εμπρός, αγόρι μου».

«Μην περιμένεις, Πέριν», πρόσθεσε χαμηλόφωνα αλλά με σιγουριά η κυρά αλ'Βέρ, με εκείνο τον τόνο στη φωνή της που κατάληξή του συνήθως ήταν να κάνουν οι άλλοι αυτό που τους είχε πει. «Ούτε ώρα. Θα σου ετοιμάσω ένα μπογαλάκι να πάρεις μαζί. Λίγο φρέσκο ψωμί και τυρί, χοιρομέρι και ψητό βοδινό, τουρσί. Πρέπει να φύγεις, Πέριν».

«Δεν μπορώ. Ξέρετε ότι με κυνηγούν, αλλιώς δεν θα θέλατε να φύγω». Και δεν είχαν σχολιάσει τα μάτια του, ούτε καν για να ρωτήσουν μήπως ήταν άρρωστος. Η κυρά αλ'Βέρ σχεδόν δεν είχε ξαφνιαστεί. Ήξεραν. «Αν παραδοθώ, θα μπορέσω να το σταματήσω ως ένα σημείο. Θα μπορέσω να προφυλάξω την οικογένειά μου —» Τινάχτηκε όταν η πόρτα της αίθουσας άνοιξε με βρόντο, για να μπουν μέσα η Φάιλε με συνοδεία την Μπάιν και την Τσιάντ.

Ο αφέντης αλ'Βέρ πέρασε το χέρι από το φαλακρό κεφάλι του· παρ' όλο που το βλέμμα του στάθηκε για λίγο στα ρούχα των Αελιτισσών και έκανε το συσχετισμό με τον Γκαούλ, φάνηκε να τον διασκεδάζει το γεγονός ότι ήταν γυναίκες. Αυτό που φαινόταν να νιώθει πάνω απ' όλα ήταν ενόχληση για την εισβολή. Ο Σκρατς ανακάθισε για να κοιτάξει καχύποπτα όλους αυτούς τους ξένους. Ο Πέριν αναρωτήθηκε αν ο γάτος θεωρούσε ξένο και τον ίδιο. Αναρωτήθηκε πώς τον είχαν βρει και πού ήταν ο Λόιαλ. Οτιδήποτε για να αποφύγει να αναρωτηθεί πώς θα έκανε τώρα κουμάντο τη Φάιλε.

Εκείνη δεν του έδωσε χρόνο να το σκεφτεί, καθώς στάθηκε μπροστά του με τις γροθιές στους γοφούς. Με κάποιον τρόπο κατάφερνε να κάνει το κόλπο που ήξεραν οι γυναίκες, να δείχνει ψηλότερη επειδή ήταν έξαλλη από το θυμό της. «Να παραδοθείς; Να παραδοθείς! Αυτό σχεδίαζες εξαρχής; Αυτό, έτσι δεν είναι; Είσαι τελείως βλάκας! Έχεις χάσει το μυαλό σου, Πέριν Αϋμπάρα. Όχι ότι είχες κάτι παραπάνω από κουκούτσι για μυαλό ποτέ, αλλά τώρα λιγόστεψε. Αν σε κυνηγούν οι Λευκομανδίτες, τότε θα σε κρεμάσουν αν τους παραδοθείς. Γιατί να σε γυρεύουν;»

«Επειδή σκότωσα Λευκομανδίτες». Την κοίταζε κι αγνόησε την κοφτή κραυγή της κυράς αλ'Βέρ. «Τη νύχτα που σε γνώρισα, καθώς και δύο άλλους πιο πριν. Ξέρουν για εκείνους τους δύο, Φάιλε, και με νομίζουν για Σκοτεινόφιλο». Δεν θα αργούσε να τα μάθει αυτά. Έχοντας φτάσει σ' αυτό το σημείο, θα της έλεγε και το γιατί, αν ήταν μόνοι. Τουλάχιστον δύο Λευκομανδίτες, ο Τζέφραμ Μπόρνχαλντ και ο Τζάρετ Μπάυαρ, υποψιάζονταν κάτι για τη σχέση του με τους λύκους. Όχι όλα, όμως γι' αυτούς και το λίγο έφτανε. Ένας άνθρωπος που έτρεχε παρέα με τους λύκους σίγουρα ήταν Σκοτεινόφιλος. Μπορεί κάποιος από τους δύο, ή και οι δύο, να ήταν εδώ μαζί με τους Λευκομανδίτες. «Πιστεύουν ότι είναι αλήθεια».