Выбрать главу

«Δεν είσαι περισσότερο Σκοτεινόφιλος από μένα», ψιθύρισε η Φάιλε τραχιά. «Ίσως να είναι Σκοτεινόφιλος ο ήλιος».

«Δεν παίζει ρόλο, Φάιλε. Πρέπει να κάνω αυτό που πρέπει να κάνω».

«Βρε κουφιοκεφαλάκη! Δεν είσαι αναγκασμένος να κάνεις χαζομάρες! Τι κουτορνίθι που είσαι! Αν το κάνεις, θα σε κρεμάσω εγώ η ίδια!»

«Πέριν», είπε χαμηλόφωνα η κυρά αλ'Βέρ, «μπορείς να με συστήσεις σ' αυτή τη νεαρή, που σε έχει σε τόση εκτίμηση;»

Η Φάιλε κατακοκκίνισε, όταν κατάλαβε ότι τόση ώρα δεν είχε δώσει σημασία στον αφέντη αλ'Βέρ και την κυρά αλ'Βέρ, και τώρα έπιασε τις κομψές υποκλίσεις και τις περίπλοκες συγνώμες. Η Μπάιν και η Τσιάντ έκαναν ό,τι είχε κάνει και ο Γκαούλ, ζήτησαν άδεια να υπερασπιστούν τη στέγη της κυράς αλ'Βέρ και της έδωσαν μια μικρή, χρυσή γαβάθα με σκαλισμένα φύλλα και ένα μύλο πιπεριού από δουλεμένο ασήμι, που ήταν μεγαλύτερος από τις δύο γροθιές του Πέριν μαζί και στην κορυφή είχε κάποιο φανταστικό πλάσμα, μισό άλογο και μισό ψάρι.

Ο Μπραν αλ'Βέρ κοίταζε και συνοφρυωνόταν, σκούπιζε το κεφάλι και μουρμούριζε μόνος του. Ο Πέριν έπιασε τη λέξη «Αελίτες» να λέγεται με έναν τόνο δυσπιστίας, κι όχι μόνο μια φορά. Κι ο δήμαρχος, επίσης, έριχνε ματιές στα παράθυρα. Αναμφιβόλως αναρωτιόταν αν είχε κι άλλους Αελίτες· είχε ξαφνιαστεί μαθαίνοντας ότι ο Γκαούλ ήταν Αελίτης. Μπορεί να ανησυχούσε για Λευκομανδίτες.

Η Μάριν αλ'Βέρ, από την άλλη μεριά, τα δέχτηκε όλα αυτά με ηρεμία κι αντιμετώπισε τη Φάιλε, την Μπάιν και την Τσιάντ όπως θα έκανε με κάθε άλλη νεαρή ταξιδιώτισσα που θα ερχόταν στο πανδοχείο· έδειξε να τις συμπονά για το κοπιαστικό ταξίδι τους, έκανε κομπλιμέντα στη Φάιλε για τη στολή ιππασίας της —σήμερα φορούσε ένα μπλε μεταξωτό― και είπε στις Αελίτισσες πόσο θαύμαζε το χρώμα και τη λάμψη των μαλλιών τους. Ο Πέριν υποψιαζόταν ότι τουλάχιστον η Μπάιν και η Τσιάντ δεν ήξεραν πώς να την αντιμετωπίσουν, όμως εκείνη σε λίγο, με τη γαλήνια, μητρική, αποφασιστική στάση της, τις είχε βάλει και τις τρεις να καθίσουν σε ένα τραπέζι, είχε φέρει υγρές πετσέτες για να σκουπίσουν τη σκόνη του δρόμου από τα χέρια και το πρόσωπό τους, και τώρα έπιναν τσάι, το οποίο είχε σερβίρει από τη μεγάλη, κόκκινη, ριγέ τσαγιέρα, την οποία ο Πέριν θυμόταν καλά.

Μπορεί να ήταν διασκεδαστικό να βλέπει εκείνες τις επίφοβες γυναίκες —σ' αυτό οπωσδήποτε περιλάμβανε και τη Φάιλε― να πασχίζουν ξαφνικά να διαβεβαιώσουν την κυρά αλ'Βέρ ότι, ναι, είχαν βολευτεί αναπαυτικότατα, να ρωτούν μήπως μπορούσαν να βοηθήσουν κάπως, να της λένε ότι δεν χρειαζόταν τόση περιποίηση, κι οι τρεις με ορθάνοιχτα τα μάτια, σαν παιδιά, έχοντας ίδιες πιθανότητες με παιδί να της αντισταθούν. Θα ήταν διασκεδαστικό αν δεν είχε βάλει μαζί τους τον Πέριν και τον Γκαούλ, φέρνοντας τους δίχως πολλά-πολλά στο τραπέζι, επιμένοντας να καθαρίσουν πρόσωπο και χέρια πριν πιουν τσάι. Ο Γκαούλ όλη την ώρα είχε ένα μικρό χαμόγελο στο πρόσωπό του· οι Αελίτες είχαν μια παράξενη αίσθηση του χιούμορ.

Το παράξενο ήταν ότι η κυρά αλ'Βέρ δεν έριξε ούτε μια ματιά στο τόξο και στο τσεκούρι του, ούτε και στα όπλα των Αελιτών. Οι άνθρωποι σπάνια κουβαλούσαν έστω και τόξο στους Δύο Ποταμούς και η κυρά αλ'Βέρ πάντα επέμενε τυχόν όπλα να μένουν απ' έξω, όταν ερχόταν κανείς στα τραπέζια της. Πάντα. Τώρα, όμως, απλώς τα αγνοούσε.

Μια άλλη έκπληξη ήρθε όταν ο Μπραν άφησε ένα ασημένιο κύπελλο με μπράντυ μήλου στον αγκώνα του Πέριν, κι όχι με την ποσότητα που συνήθιζαν να πίνουν οι άντρες στο πανδοχείο, που μόλις έφτανε για να βρέξει κανείς την πρώτη φάλαγγα του αντίχειρά του, αλλά μισογεμάτο. Τον καιρό πριν φύγει ο Πέριν ο Μπραν θα του έφερνε μηλίτη, αν όχι γάλα, ή ίσως πολύ νερωμένο κρασί, μισό κύπελλο με το φαγητό, ή ολόκληρο, αν ήταν γιορτινή μέρα. Ήταν ικανοποιητικό να σε αναγνωρίζουν ως ενήλικα, όμως ο Πέριν απλώς καθόταν εκεί και το κρατούσε. Τώρα ήταν συνηθισμένος στο κρασί, αλλά σπανίως έπινε κάτι δυνατότερο.

«Πέριν», είπε ο δήμαρχος, φέρνοντας μια καρέκλα δίπλα στη σύζυγο του, «κανένας δεν σε περνά για Σκοτεινόφιλο. Κανένας απ' όσους έχουν μυαλό και καταλαβαίνουν. Δεν υπάρχει λόγος να πας να κρεμαστείς».

Η Φάιλε ένευσε, συμφωνώντας θυμωμένα, όμως ο Πέριν δεν της έδωσε σημασία. «Δεν αλλάζω γνώμη, αφέντη αλ'Βέρ. Οι Λευκομανδίτες με θέλουν και αν δεν με πιάσουν, ίσως στραφούν εναντίον όποιου άλλου Αϋμπάρα βρουν. Οι Λευκομανδίτες δεν θέλουν πολλά για να κρίνουν ότι κάποιος είναι ένοχος. Δεν είναι ευχάριστοι άνθρωποι».