«Το ξέρουμε», είπε μαλακά η κυρά αλ'Βέρ.
Ο σύζυγός της κοίταζε τα χέρια του πάνω στο τραπέζι. «Πέριν, η οικογένεια σου δεν είναι πια εδώ».
«Δεν είναι εδώ; Εννοείς ότι κάηκε κιόλας η φάρμα;» Ο Πέριν έσφιξε τα χέρια του γύρω από το ασημένιο κύπελλο. «Έλπιζα να φτάσω εγκαίρως. Τι να πω, έπρεπε να το φανταστώ. Έγινε πολύ πριν το μάθω. Ίσως μπορέσω να βοηθήσω τον μπαμπά και τον θείο Γιούαρντ να την ξαναφτιάξουν. Με ποιους μένουν; Θέλω πρώτα να τους δω τουλάχιστον».
Ο Μπραν έκανε μια γκριμάτσα και η σύζυγός του χάιδεψε παρηγορητικά τον ώμο του. Το βλέμμα της, όμως, έμεινε στον Πέριν, όλο λύπη και φροντίδα.
«Είναι νεκροί, αγόρι μου», είπε ο Μπραν, προφέροντας τις λέξεις με βιάση.
«Νεκροί; Όχι. Δεν μπορεί —» Ο Πέριν έσμιξε τα φρύδια, καθώς ένιωθε ξαφνικά κάτι υγρό να κυλά στο χέρι του, και κοίταξε το τσαλακωμένο κύπελλο σαν να αναρωτιόταν από πού είχε εμφανιστεί. «Συγνώμη. Δεν ήθελα να το —» Τράβηξε το επίπεδο κομμάτι του ασημιού, προσπαθώντας να το ξαναφέρει στο πρότερο σχήμα του με τα δάχτυλα. Δεν γινόταν. Και βέβαια όχι. Ακούμπησε με μεγάλη προσοχή το χαλασμένο κύπελλο στο κέντρο του τραπεζιού. «Θα το αντικαταστήσω. Θα —» Σκούπισε το χέρι στο σακάκι του και ξαφνικά κατάλαβε ότι χάιδευε το τσεκούρι που είχε στη ζώνη του. Γιατί τον κοίταζαν όλοι τόσο παράξενα; «Είσαι σίγουρος;» Η φωνή του ακούστηκε σαν να ερχόταν από μακριά. «Η Αντόρα και η Ντεσέλ; Ο Πητ; Η μητέρα μου;»
«Όλοι τους», του είπε ο Μπραν. «Οι θείες και οι θείοι σου, επίσης, και τα ξαδέρφια σου. Όλοι στο αγρόκτημα. Βοήθησα να τους θάψουμε, αγόρι μου. Σε εκείνο το μικρό λόφο, εκείνον με τις μηλιές».
Ο Πέριν έχωσε τον αντίχειρα στο στόμα του. Ήταν χαζό να κόβεσαι στο ίδιο σου το τσεκούρι. «Της μητέρας μου της αρέσουν τα μπουμπούκια της μηλιάς. Οι Λευκομανδίτες. Γιατί...; Που να καώ, ο Πητ ήταν μόλις εννιά χρόνων. Τα κορίτσια...» Η φωνή του ήταν ανέκφραστη. Του φαινόταν ότι θα έπρεπε να υπάρχει κάποιο συναίσθημα σ' αυτές τις λέξεις. Κάποιο συναίσθημα.
«Ήταν οι Τρόλοκ», έσπευσε να πει η κυρά αλ'Βέρ. «Ξαναγύρισαν, Πέριν. Όχι όπως τότε που φύγατε, δεν επιτίθενται στο χωριό, αλλά έξω, στην ύπαιθρο. Οι περισσότερες φάρμες που δεν έχουν κοντινούς γείτονες έχουν εγκαταλειφθεί. Κανείς δεν βγαίνει έξω τα βράδια, ακόμα και κοντά στο χωριό. Ίδια είναι τα πράγματα και κάτω, στο Ντέβεν Ράιντ, και πάνω στο Λόφο της Σκοπιάς, μπορεί και στο Τάρεν Φέρυ. Οι Λευκομανδίτες μπορεί να είναι κακοί, αλλά είναι η μόνη μας προστασία. Έσωσαν δύο οικογένειες απ’ ό,τι ξέρω, όταν οι Τρόλοκ επιτέθηκαν στα αγροκτήματά τους».
«Ευχόμουν... Έλπιζα —» Δεν θυμόταν τι ευχόταν. Κάτι για τους Τρόλοκ. Δεν ήθελε να θυμηθεί. Λευκομανδίτες να προστατεύουν τους Δύο Ποταμούς; Σχεδόν θα έβαζε τα γέλια. «Ο πατέρας του Ραντ. Η φάρμα του Ταμ. Ήταν οι Τρόλοκ κι εκεί;»
Η κυρά αλ'Βέρ άνοιξε το στόμα, αλλά ο Μπραν την έκοψε. «Δικαιούται την αλήθεια, Μάριν. Εκεί ήταν Λευκομανδίτες, Πέριν. Εκεί και στους Κώθον».
«Οι άνθρωποι του Ματ. Του Ραντ, του Ματ και οι δικοί μου». Παράξενο. Η φωνή του ήταν σαν να έλεγε ότι ίσως βρέξει. «Είναι κι αυτοί νεκροί;»
«Όχι, αγόρι μου. Όχι, ο Αμπελ και ο Ταμ κρύβονται κάπου στο Δυτικό Δάσος. Η μητέρα και οι αδελφές του Ματ... Ζουν κι αυτές».
«Κρύβονται;»
«Δεν χρειάζεται να το πούμε τώρα κι αυτό», είπε βιαστικά η κυρά αλ'Βέρ. «Μπραν, φέρε του άλλο ένα κύπελλο μπράντυ. Αυτό να το πιεις, Πέριν». Ο σύζυγός της δεν σηκώθηκε από τη θέση του, αλλά αυτή απλώς τον κοίταξε συνοφρυωμένη και συνέχισε να μιλά. «Θα σου πρόσφερα κρεβάτι, αλλά δεν είναι ασφαλές. Είναι κάποιοι που μπορεί να πάνε τρέχοντας στον Άρχοντα Μπόρνχαλντ, αν μάθουν ότι είσαι εδώ. Ο Γιούαρντ Κόνγκαρ και ο Χάρι Κόπλιν ακολουθούν τους Λευκομανδίτες σαν σκυλάκια, τρέχουν να τους ευχαριστήσουν και να πούνε ονόματα, ενώ ο Τσεν Μπούι είναι ίδιος και χειρότερος. Κι ο Γουίτ Κόνγκαρ, επίσης, δεν λέει να κρατήσει το στόμα του κλειστό, εκτός αν τον σταματήσει η Νταίζε. Τώρα αυτή είναι η Σοφία. Πέριν, το καλύτερο είναι να φύγεις. Πίστεψέ με».
Ο Πέριν κούνησε το κεφάλι αργά· ήταν πολλά, δεν μπορούσε να τα χωνέψει όλα. Η Νταίζε Κόνγκαρ, Σοφία; Η γυναίκα αυτή ήταν σαν ταύρος. Οι Λευκομανδίτες να προστατεύουν το Πεδίο του Έμοντ. Ο Χάρι, ο Γιούαρντ και ο Γουίτ να έχουν γίνει συνεργάτες τους. Δεν περίμενες τίποτα καλύτερο από έναν Κόνγκαρ ή έναν Κόπλιν, αλλά ο Τσεν Μπούι ήταν στο Συμβούλιο του Χωριού. Ο Άρχοντας Μπόρνχαλντ. Άρα ο Τζέφραμ Μπόρνχαλντ ήταν εδώ. Η Φάιλε τον κοίταζε με μάτια μεγάλα και νοτισμένα. Γιατί ήταν έτοιμη να βάλει τα κλάματα;