«Δεν μπορώ άλλο», ανακοίνωσε αυτή. Ο Πέριν έσμιξε τα φρύδια, καθώς η Φάιλε σηκωνόταν και έκανε το γύρο του τραπεζιού για να τον πλησιάσει. Τον αγκάλιασε από το κεφάλι και έσφιξε το πρόσωπό του πάνω στη μέση της. «Η μητέρα σου είναι νεκρή», του είπε χαμηλόφωνα. «Ο πατέρας σου είναι νεκρός. Οι αδελφές σου είναι νεκρές, όπως κι ο αδελφός σου. Η οικογένειά σου είναι νεκρή κι αυτό δεν μπορείς να το αλλάξεις. Σίγουρα δεν το αλλάζεις με το να σκοτωθείς κι ο ίδιος. Άσε τον εαυτό σου να θρηνήσει. Μην το κρατάς μέσα σου να σε βασανίζει».
Αυτός την έπιασε από τα μπράτσα, θέλοντας να την παραμερίσει, αλλά για κάποιο λόγο τα χέρια του σφίχτηκαν, ώσπου αυτή η λαβή ήταν το μόνο που τον κρατούσε όρθιο. Μόνο τότε κατάλαβε ότι κυλούσαν τα δάκρυά του, ότι έκλαιγε πάνω στο φόρεμά της σαν μωρό. Τι θα σκεφτόταν άραγε η Φάιλε γι' αυτόν; Άνοιξε το στόμα του για να της πει ότι ήταν εντάξει, να ζητήσει συγνώμη για το ξέσπασμα, αλλά δεν είπε αυτό τελικά. «Δεν μπορούσα να φτάσω πιο γρήγορα. Δεν μπορούσα... Δεν —» Έτριξε τα δόντια για να σταματήσει.
«Το ξέρω», μουρμούρισε αυτή, χαϊδεύοντάς του τα μαλλιά σαν να ήταν παιδί. «Το ξέρω».
Ήθελε να σταματήσει, αλλά όσο εκείνη του ψιθύριζε με κατανόηση, τόσο περισσότερο έκλαιγε αυτός, λες και τα χέρια της, τόσο τρυφερά πάνω στο κεφάλι του, έκαναν τα δάκρυά του να κυλούν.
30
Πέρα Από Τη Βελανιδιά
Με τη Φάιλε να του κρατά το κεφάλι κάτω από τον κόρφο της, ο Πέριν δεν καταλάβαινε πόση ώρα έκλαιγε. Στις σκέψεις του πηγαινοέρχονταν εικόνες της οικογένειάς του· ο πατέρας του, που χαμογελούσε δείχνοντάς του πώς να κρατά το τόξο, η μητέρα του, που τραγουδούσε ενώ έγνεθε μαλλί, η Αντόρα και η Ντεσέλ, που τον πείραζαν όταν είχε ξυριστεί για πρώτη φορά, ο Πητ, που κοίταζε με γουρλωμένα μάτια ένα βάρδο μια Μέρα του Ήλιου, πριν από πολύ καιρό. Εικόνες τάφων, κρύοι και μοναχικοί σε μια σειρά. Έκλαψε ώσπου δεν είχε άλλα δάκρυα μέσα του. Όταν στο τέλος τράβηξε το κεφάλι, οι δύο ήταν μόνοι, με εξαίρεση τον Σκρατς, που καθαριζόταν πάνω σ' ένα βαρέλι μπύρας. Χάρηκε που οι άλλοι δεν είχαν μείνει να τον βλέπουν. Η Φάιλε έφτανε και περίσσευε. Αλλά κατά έναν τρόπο χαιρόταν που η Φάιλε είχε μείνει, αν και θα προτιμούσε να ήταν εκεί χωρίς να τον ακούει, χωρίς να τον βλέπει.
Η Φάιλε έπιασε τα χέρια του και κάθισε στη διπλανή καρέκλα. Ήταν πολύ όμορφη με τα κάπως λοξά μάτια της, μεγάλα και μαύρα, και τα ψηλά ζυγωματικά της. Δεν ήξερε πώς να επανορθώσει για τον τρόπο που της είχε φερθεί τις τελευταίες μέρες. Σίγουρα, πάντως, η Φάιλε θα έβρισκε έναν τρόπο να τον εκδικηθεί.
«Έχεις εγκαταλείψει την ιδέα να παραδοθείς στους Λευκομανδίτες;» τον ρώτησε. Στη φωνή της δεν υπήρχε το παραμικρό σημάδι που να λέει ότι μόλις πριν από λίγο τον έβλεπε να κλαίει σαν μωρό.
«Φαίνεται ότι δεν θα ωφελήσει. Ό,τι κι αν κάνω, θα κυνηγήσουν τον πατέρα του Ραντ και του Ματ. Η οικογένειά μου...» Ξέσφιξε το χέρι του, που την έπιανε, αλλά αυτή απλώς χαμογέλασε, αντί να μορφάσει. «Πρέπει να απελευθερώσω τον αφέντη Λούχαν και τη γυναίκα του, αν μπορέσω. Κι επίσης τη μητέρα και τις αδελφές του Ματ· του υποσχέθηκα ότι θα τις προσέχω. Και να κάνω ό,τι μπορώ για τους Τρόλοκ». Μπορεί να είχε τίποτα ιδέες αυτός ο Άρχοντας Λουκ. Τουλάχιστον η Πύλη ήταν φραγμένη· δεν θα έρχονταν άλλοι από τις Οδούς. Ήθελε να κάνει κάτι ειδικά για τους Τρόλοκ. «Δεν θα καταφέρω τίποτα απ' αυτά, αν τους αφήσω να με κρεμάσουν».
«Χαίρομαι που το βλέπεις αυτό», του είπε ξερά. «Καμιά άλλη χαζή ιδέα ότι με διώχνεις από δω;»
«Όχι». Προετοιμάστηκε για την καταιγίδα που θα ερχόταν, αλλά εκείνη απλώς ένευσε, λες και τούτη η μία λεξούλα ήταν αυτό που περίμενε και το μόνο που ήθελε. Ένα μικροπράγμα, που δεν άξιζε να τσακωθούν. Θα τον έκανε να της το πληρώσει πολύ άσχημα.
«Είμαστε πέντε, Πέριν, έξι αν θέλει ο Λόιαλ. Κι αν βρούμε τον Ταμ αλ'Θόρ και τον Αμπελ Κώθον... Είναι καλοί στο τόξο, σαν κι εσένα;»
«Καλύτεροι», είπε ειλικρινά. «Πολύ καλύτεροι».
Εκείνη ένευσε με ύφος σαν να μην τον πίστευε. «Οκτώ λοιπόν. Μια αρχή. Ίσως έρθουν μαζί μας κι άλλοι. Και υπάρχει ο Άρχοντας Λουκ. Μάλλον θα θέλει να έχει την ηγεσία, αλλά αν δεν είναι κοκορόμυαλος, δεν πειράζει. Δεν είναι, όμως, συνετοί άνθρωποι όλοι όσοι έδωσαν τον Όρκο του Κυνηγού. Συνάντησα μερικούς που νομίζουν ότι τα ξέρουν όλα και είναι μεγάλοι πεισματάρηδες».
«Το ξέρω». Τον κοίταξε αγριεμένα κι αυτός κατάφερε να μην κάνει αισθητό το χαμόγελό του. «Το γεγονός ότι συνάντησες μερικούς απ' αυτούς, εννοώ. Μην ξεχνάς ότι κάποτε είχα δει δυο τέτοιους».
«Α, εκείνους. Ας ελπίσουμε να μην είναι φαφλατάς και ψεύτης ο Άρχοντας Λουκ». Τα μάτια της πήραν ένα αποφασισμένο βλέμμα και του έσφιξε τα χέρια, όχι τόσο που να τον ενοχλεί, αλλά σαν να ήθελε να προσθέσει τη δύναμη της στη δική του. «Θα θέλεις να επισκεφτείς τη φάρμα της οικογένειας σου, το σπίτι σου. Θα έρθω μαζί σου, αν με αφήσεις».