Выбрать главу

«Όταν μπορέσω, Φάιλε». Όμως όχι τώρα. Όχι ακόμα. Αν έβλεπε τώρα εκείνους τους τάφους, κάτω από τις μηλιές... Ήταν παράξενο. Πάντα θεωρούσε τη δύναμη του δεδομένη και τώρα συνειδητοποιούσε ότι δεν ήταν τόσο δυνατός. Ε, λοιπόν, τέρμα τα μωρουδίστικα κλάματα. Ήταν ώρα να κάνει κάτι. «Ας πάρουμε τα πράγματα από μια αρχή. Φαντάζομαι ότι θα πρέπει να βρούμε τον Ταμ και τον Άμπελ».

Ο αφέντης αλ'Βέρ έχωσε το κεφάλι στην κοινή αίθουσα και μπήκε και ο υπόλοιπος, όταν τους είδε να κάθονται σε κάποια απόσταση μεταξύ τους. «Έχουμε έναν Ογκιρανό στην κουζίνα», είπε με βλέμμα σαν το έβρισκε διασκεδαστικό. «Έναν Ογκιρανό. Πίνει τσάι. Και η πιο μεγάλη κούπα δείχνει σαν...» Σήκωσε δυο δάχτυλα με έναν τρόπο σαν να έπιανε δαχτυλήθρα. «Μπορεί η Μάριν να κοιτάζει τους Αελίτες σαν να μας έρχονται κάθε μέρα, αλλά παραλίγο να λιποθυμήσει όταν είδε αυτόν τον Λόιαλ. Της έδωσα διπλή δόση μπράντυ και το κατέβασε σαν νερό. Παραλίγο να πεθάνει από το βήχα· συνήθως πίνει κρασί. Νομίζω ότι θα έπινε και δεύτερο, αν της έδινα». Σούφρωσε τα χείλη και προσποιήθηκε ότι κοίταζε με ενδιαφέρον έναν ανύπαρκτο λεκέ στη μακριά, λευκή ποδιά του. «Είσαι καλά τώρα, αγόρι μου;»

«Καλά είμαι, δήμαρχε», είπε βιαστικά ο Πέριν. «Αφέντη αλ'Βέρ, δεν μπορούμε να μείνουμε εδώ πολύ ακόμα. Μπορεί κάποιος να πει στους Λευκομανδίτες ότι μου προσφέρατε καταφύγιο».

«Α, δεν είναι πολλοί αυτοί που θα έκαναν τέτοιο πράγμα. Οι περισσότεροι Κόπλιν και πολλοί Κόνγκαρ δεν θα το έκαναν». Μα δεν είπε να μείνουν.

«Ξέρεις πού μπορώ να βρω τον αφέντη αλ'Θόρ και τον αφέντη Κώθον;»

«Κάπου στο Δυτικό Δάσος, συνήθως», είπε αργά ο Μπραν. «Είναι το μόνο που ξέρω στα σίγουρα. Μετακινούνται». Έδεσε τα δάχτυλά του πάνω από την ογκώδη κοιλιά του και έγειρε το κεφάλι. «Δεν πιστεύω να φεύγετε; Είπα στη Μάριν ότι δεν θα φύγετε, αλλά δεν με πιστεύει. Νομίζει ότι είναι καλύτερο για σας να φύγετε —καλύτερο για σας― και όπως και οι περισσότερες γυναίκες, είναι σίγουρη ότι θα ακολουθήσετε τη γνώμη της, αν συνεχίσει να τη λέει συνέχεια».

«Μα όχι, αφέντη αλ'Βέρ», είπε γλυκά η Φάιλε, «εγώ πάντα έβρισκα ότι οι άντρες είναι λογικά πλάσματα, που φτάνει να τους δείξεις μια φορά το δρόμο της σύνεσης για τον ακολουθήσουν».

Ο δήμαρχος της χάρισε ένα χαμόγελο, που έλεγε ότι το είχε βρει αστείο. «Φαντάζομαι τότε ότι θα πείσεις τον Πέριν να φύγει; Η Μάριν έχει δίκιο· αυτό είναι το πιο φρόνιμο, αν θέλει να αποφύγει το κρέμασμα. Ο μόνος λόγος για να μείνεις είναι ότι μερικές φορές ο άντρας δεν μπορεί να το βάλει στα πόδια. Όχι; Ε, το δίχως άλλο εσύ ξέρεις καλύτερα». Αγνόησε την ξινή ματιά της. «Έλα μαζί μου, αγόρι μου, για να πούμε στη Μάριν τα καλά νέα. Σφίξε τα δόντια και μην ξεχνάς τι θέλεις να κάνεις, επειδή αυτή θα το βάλει σκοπό να σε μεταπείσει».

Στην κουζίνα, ο Λόιαλ και οι Αελίτες κάθονταν σταυροπόδι στο πάτωμα. Φυσικά δεν υπήρχε καρέκλα αρκετά μεγάλη για τον Ογκιρανό. Καθόταν με το ένα μπράτσο να αναπαύεται στο τραπέζι της κουζίνας, αλλά και πάλι ήταν τόσο ψηλός, που έβλεπε ίσια στα μάτια την κυρά αλ'Βέρ. Ο Μπραν τα είχε παραφουσκώσει για το πόσο μικρό φαινόταν το κύπελλο στο χέρι του Λόιαλ, αν και ο Πέριν με μια δεύτερη ματιά είδε ότι ήταν μια γαβάθα για σούπα, με λευκό φινίρισμα.

Η κυρά αλ'Βέρ ακόμα προσπαθούσε να προσποιηθεί ότι Αελίτες και Ογκιρανοί την επισκέπτονταν καθημερινά, έτρεχε με ένα δίσκο που είχε ψωμί, τυριά και τουρσιά, πρόσεχε να φάνε όλοι, αλλά τα μάτια της άνοιγαν κάθε φορά που κοίταζε τον Λόιαλ, αν κι αυτός προσπαθούσε να τη χαλαρώσει, κάνοντάς της κομπλιμέντα για τη μαγειρική της. Τα φουντωτά αφτιά του σπαρταρούσαν νευρικά κάθε φορά που τον κοίταζε, ενώ κάθε φορά που αυτά σπαρταρούσαν, εκείνη τινάζονταν και ύστερα κουνούσε το κεφάλι, με τη χοντρή, γκρίζα πλεξούδα της να αναπηδά δυνατά. Ύστερα από λίγες ώρες, σίγουρα ο ένας θα πάθαινε κρίση από τον άλλο.

Ο Λόιαλ αναστέναξε βαθιά και με ανακούφιση όταν είδε τον Πέριν και άφησε το κύπελλό του —τη γαβάθα του― στο τραπέζι, αλλά την αμέσως επόμενη στιγμή το πλατύ πρόσωπό του συννέφιασε. «Λυπάμαι για τους δικούς σου, Πέριν. Νιώθω τη θλίψη σου. Η κυρά αλ'Βέρ» —τα αφτιά του σπαρτάρισαν δυνατά, παρά το γεγονός ότι δεν την κοίταζε, κι εκείνη τινάχτηκε πάλι― «μου έλεγε ότι θα φύγεις, τώρα που δεν σε κρατά τίποτα εδώ. Αν θέλεις, θα τραγουδήσω στις μηλιές πριν φύγουμε».

Ο Μπραν και η Μάριν κοιτάχτηκαν ξαφνιασμένοι και ο δήμαρχος έξυσε το αφτί του.

«Σ' ευχαριστώ, Λόιαλ. Θα το εκτιμούσα αυτό, όταν θα έχουμε χρόνο. Αλλά έχω δουλειά να κάνω πριν φύγω». Η κυρά αλ'Βέρ άφησε μ' έναν ξερό κρότο το δίσκο στο τραπέζι και τον κάρφωσε με το βλέμμα, όμως αυτός συνέχισε και είπε τα σχέδιά του. Θα έβρισκε τον Ταμ και τον Άμπελ, και θα έσωζε τους ανθρώπους που κρατούσαν οι Λευκομανδίτες. Δεν ανέφερε τους Τρόλοκ, αν και είχε αόριστα σχέδια και γι' αυτούς. Ίσως όχι τόσο αόριστα. Δεν ήθελε να φύγει όσο υπήρχε έστω κι ένας Τρόλοκ ή Μυρντράαλ ζωντανός στους Δύο Ποταμούς. Έχωσε τους αντίχειρες στη ζώνη του, για να μη χαϊδέψει το τσεκούρι του. «Δεν θα είναι εύκολο», κατέληξε. «Θα εκτιμούσα τη συντροφιά σου, αλλά θα το καταλάβω αν θελήσεις να φύγεις. Δεν είναι δική σου αυτή η μάχη και ήδη έχεις μπει σε πολλούς μπελάδες με εμάς του Πεδίου του Έμοντ. Και δεν θα γράψεις το βιβλίο σου εδώ».