Выбрать главу

«Είτε εδώ, είτε εκεί, νομίζω ότι είναι ίδια η μάχη», αποκρίθηκε ο Λόιαλ. «Το βιβλίο μπορεί να περιμένει. Ίσως να έχω κι ένα κεφάλαιο για σένα».

«Είπα ότι θα έρθω μαζί σου», είπε ο Γκαούλ χωρίς να ερωτηθεί. «Δεν εννοούσα ότι θα κάτσω μέχρι να ζορίσει το ταξίδι. Σου έχω χρέος αίματος».

Η Μπάιν και η Τσιάντ κοίταξαν ερωτηματικά τη Φάιλε κι όταν αυτή ένευσε, πρόσθεσαν κι αυτές ότι είχαν αποφασίσει να μείνουν.

«Είστε όλοι πεισματάρηδες», είπε η κυρά αλ'Βέρ. «Το πιθανότερο είναι να καταλήξετε στην κρεμάλα, αν δεν σκοτωθείτε νωρίτερα. Το ξέρετε, έτσι δεν είναι;» Εκείνοι έμειναν να την κοιτάζουν κι αυτή έλυσε την ποδιά της και την έβγαλε πάνω από το κεφάλι της. «Αν είστε τόσο ανόητοι ώστε να μείνετε, τότε να σας δείξω πού να κρυφτείτε».

Ο σύζυγός της φάνηκε να ξαφνιάζεται από την απότομη υποχώρησή της, αλλά συνήλθε γρήγορα. «Έλεγα στο παλιό αναρρωτήριο, Μάριν. Κανείς δεν πάει τώρα εκεί και μόνο ένα μικρό μέρος της στέγης έχει γκρεμιστεί».

Το μέρος που ονόμαζαν καινούριο αναρρωτήριο, όπου φρόντιζαν όσους είχαν κάποια μολυσματική ασθένεια, ήταν ανατολικά του χωριού, πέρα από το μύλο του αφέντη Θέην, και βρισκόταν εκεί από τότε που ο Πέριν ήταν μικρό αγόρι. Το παλιό, στο Δυτικό Δάσος, είχε σχεδόν καταστραφεί σε μια σφοδρή θύελλα εκείνο τον καιρό. Ο Πέριν θυμόταν ότι το είχαν σχεδόν κρύψει οι κληματσίδες και οι βάτες, τα πουλιά έκαναν τις φωλιές του σε ό,τι είχε μείνει από την καλαμοσκεπή, ενώ στα πίσω σκαλιά υπήρχε το λαγούμι ενός ασβού. Ήταν καλή κρυψώνα.

Η κυρά αλ'Βέρ αγριοκοίταξε τον Μπραν, σαν να είχε ξαφνιαστεί που το είχε σκεφτεί. «Μάλλον θα τους βολέψει. Τουλάχιστον γι' απόψε. Εκεί θα τους πάω».

«Δεν χρειάζεται να το κάνεις εσύ, Μάριν. Μπορώ να τους οδηγήσω εγώ, αν ο Πέριν δεν θυμάται το δρόμο».

«Καμιά φορά ξεχνάς ότι είσαι δήμαρχος, Μπραν. Σε κοιτά ο κόσμος· αναρωτιούνται πού πηγαίνεις και τι σκαρώνεις. Καλύτερα να μείνεις εδώ κι αν έρθει κανείς, φρόντισε να φύγει νομίζοντας ότι όλα είναι κανονικά. Έχει σούπα με αρνί στο τσουκάλι και φακές που θέλουν μόνο ζέσταμα. Κοίτα μην πεις σε κανέναν για το αναρρωτήριο, Μπραν. Καλύτερα να μη θυμάται κανένας ότι υπάρχει».

«Δεν είμαι βλάκας, Μάριν», είπε αυτός παγωμένα.

«Το ξέρω, καλέ μου». Του χάιδεψε το μάγουλο, αλλά η τρυφερή ματιά της σκλήρυνε όταν άφησε τον Μπραν και γύρισε στους υπόλοιπους. «Όμως μας βάζεις σε μπελάδες», μουρμούρισε πριν αρχίσει τις οδηγίες.

Θα ταξίδευαν σε μικρές ομάδες για να μην τραβήξουν την προσοχή. Αυτή θα διέσχιζε το χωριό μόνη της και θα τους συναντούσε στο δάσος, από την άλλη μεριά. Οι Αελίτες τη διαβεβαίωσαν ότι θα έβρισκαν τη σχισμένη από τον κεραυνό βελανιδιά που τους είχε περιγράψει και βγήκαν από την πίσω πόρτα. Ο Πέριν την ήξερε, ήταν ένα πελώριο δέντρο, ένα μίλι πέρα από την άκρη του χωριού, που έμοιαζε σαν να την είχε ανοίξει στα δύο ένα πελώριο τσεκούρι, αλλά με κάποιον τρόπο είχε συνεχίσει να ζει και μάλιστα να ακμάζει. Ήταν σίγουρος ότι μπορούσε να πάει ίσια στο αναρρωτήριο χωρίς κόπο, αλλά η κυρά αλ'Βέρ επέμεινε να συναντηθούν όλοι στη βελανιδιά.

«Αν αρχίσεις να τριγυρνάς μόνος σου, Πέριν, το Φως μόνο ξέρει τι θα ανταμώσεις». Σήκωσε το βλέμμα στον Λόιαλ —τώρα στεκόταν όρθιος και τα πυκνά μαλλιά του άγγιζαν τα δοκάρια του ταβανιού― και αναστέναξε. «Μακάρι να μπορούσαμε να κάνουμε κάτι για το ύψος σου, αφέντη Λόιαλ. Ξέρω ότι κάνει ζέστη, αλλά θα σε πείραζε να φορέσεις το μανδύα σου με την κουκούλα σηκωμένη; Ακόμα και σ' αυτούς τους καιρούς που ζούμε, ο κόσμος θα πείσει τον εαυτό του ότι δεν είδε αυτό που είδε, όταν δεν το περιμένει, αλλά με μια ματιά στο πρόσωπό σου... Όχι ότι δεν είσαι ωραίος, βέβαια, αλλά δεν περνάς για άνθρωπος των Δύο Ποταμών».

Ο Λόιαλ χαμογέλασε και το πρόσωπό του χωρίστηκε στα δύο, κάτω από την πελώρια μύτη του. «Η μέρα δεν μου φαίνεται τόσο ζεστή που να μη θέλω μανδύα, κυρά αλ'Βέρ».

Η Μάριν έφερε μια ψιλή, πλεχτή εσάρπα με γαλάζια κρόσσια και συνόδευσε τον Πέριν, τη Φάιλε και τον Λόιαλ στη μάντρα του στάβλου για να συνεχίσουν το δρόμο τους. Για μια στιγμή, όμως, φάνηκε ότι όλες οι προσπάθειές τους για μυστικότητα ήταν καταδικασμένες. Ο Τσεν Μπούι, που έμοιαζε καμωμένος από γέρικες, ροζιασμένες ρίζες, περιεργαζόταν τα άλογα με μικρά μάτια σαν χάντρες. Ειδικά το ψηλό άλογο του Λόιαλ, που ήταν μεγάλο σαν τα Ντούραν του Μπραν. Ο Τσεν έξυσε το κεφάλι, κοιτάζοντας τη μεγάλη σέλα του αλόγου.