Выбрать главу

Τα μάτια του πλάτυναν όταν είδε τον Λόιαλ και το κάτω χείλος του πετάρισε. «Τρ... Τρ... Τρόλοκ!» κατόρθωσε να πει τελικά.

«Είσαι ένας βλάκας γέρος, Τσεν Μπούι», είπε σταθερά η Μάριν, βγαίνοντας στο πλάι για να τραβήξει πάνω της την προσοχή του καλαμοποιού. Ο Πέριν είχε το κεφάλι σκυμμένο, κοίταζε εξεταστικά το τόξο του και δεν σάλευε. «Λες να στεκόμουν στην πόρτα μου μ' έναν Τρόλοκ;» Ξεφύσησε περιφρονητικά. «Ο αφέντης Λόιαλ είναι Ογκιρανός και θα το ήξερες, αν δεν ήσουν ένας χαζούλιακας που προτιμά να γκρινιάζει, παρά να βλέπει αυτό που είναι μπροστά στη μύτη του. Περνάει από δω και δεν έχει ώρα να ασχοληθεί με ανθρώπους σαν και του λόγου σου. Τράβα στις δουλειές σου και άσε τους καλεσμένους μας στην ησυχία τους. Ξέρεις καλά ότι η Κόριν Αγιέλιν μήνες σε κυνηγά για την προχειροδουλειά που έκανες στη σκεπή της».

Ο Τσεν σχημάτισε σιωπηλά με τα χείλη τη λέξη «Ογκιρανός» ξανά, βλεφαρίζοντας. Για μια στιγμή έδειξε ότι θα ξεσηκωνόταν για να υπερασπιστεί τη μαστοριά του, αλλά τότε το βλέμμα του έπεσε στον Πέριν και τα μάτια του στένεψαν. «Αυτός είναι! Αυτός! Σε κυνηγάνε, βρε μειράκιον, βρε ζιζάνιο, που το έσκασες με τις Άες Σεντάι και μας έγινες Σκοτεινόφιλος. Τότε μόνο είχαμε ξανά Τρόλοκ. Τώρα ξαναγύρισες και το ίδιο κι αυτοί. Θα μου πεις ότι είναι σύμπτωση; Τι έπαθαν τα μάτια σου; Άρρωστος είσαι; Είναι καμιά αρρώστια που έφερες από κει που πήγες να μας ξεκάνεις όλους, θαρρείς και δεν μας φτάνουν οι Τρόλοκ; Τα Τέκνα του Φωτός θα σε βάλουν στη θέση σου. Να δεις εσύ».

Ο Πέριν ένιωσε τη Φάιλε να ετοιμάζεται και της έπιασε βιαστικά το χέρι, όταν κατάλαβε ότι πήγαινε να τραβήξει το μαχαίρι της. Τι την είχε πιάσει και έκανε; Ο Τσεν ήταν ένας τσαντίλας γερο-ανόητος, μα δεν ήταν αυτός λόγος για να βγάλει μαχαίρι. Η Φάιλε τίναξε αγανακτισμένη το κεφάλι της, αλλά τουλάχιστον δεν έδωσε συνέχεια.

«Φτάνει, Τσεν», είπε κοφτά η Μάριν. «Μη βγάλεις τσιμουδιά γι' αυτό. Ή μήπως άρχισες να τρέχεις κι εσύ στους Λευκομανδίτες και να τους λες ιστορίες, σαν τον Χάρι και τον αδελφό του, τον Νταρλ; Κάτι υποψιάζομαι για το πώς ήρθαν οι Λευκομανδίτες να ψάξουν τα βιβλία του Μπραν. Πήραν έξι μαζί τους και του έκαναν μέσα στο ίδιο του το σπίτι κήρυγμα περί βλασφημίας. Για βλασφημία, αν είναι δυνατόν! Επειδή δεν συμφωνούσαν μ' αυτά που έγραφε μέσα ένα βιβλίο. Είσαι τυχερός που δεν σε βάζω να του πάρεις καινούρια. Έψαξαν όλο το πανδοχείο σαν νυφίτσες. Έψαχναν και για άλλα βλάσφημα κείμενα, είπαν, λες και θα έκρυβε κανείς τα βιβλία του. Έριξαν όλα τα στρώματα από τα κρεβάτια και έκαναν άνω-κάτω τις ντουλάπες που βάζω τα λινά. Είσαι τυχερός που δεν σε έσυρα εδώ για να τα τακτοποιήσεις όλα».

Ο Τσεν με κάθε φράση έμοιαζε να ζαρώνει, ώσπου στο τέλος ήταν σαν να είχε μείνει μισός. «Δεν τους είπα τίποτα, Μάριν», διαμαρτυρήθηκε. «Επειδή έτυχε να αναφέρει κάποιος... Θέλω να πω, απλώς να μνημονεύσω, πάνω στην κουβέντα —» Κούνησε το κεφάλι, ακόμα αποφεύγοντας το βλέμμα της, αλλά ξαναπήρε εν μέρει την προηγούμενη στάση του. «Θα το φέρω στο Συμβούλιο, Μάριν. Εννοώ αυτόν». Έδειξε με το ροζιασμένο δάχτυλό του τον Πέριν. «Όσο είναι εδώ, κινδυνεύουμε όλοι. Αν μάθουν τα Τέκνα ότι του προσφέρεις καταφύγιο, μπορεί να κατηγορήσουν και μας τους υπόλοιπους. Τότε δεν θα μιλάμε για πεταμένα λινά».

«Είναι δουλειά του Κύκλου των Γυναικών». Η Μάριν τύλιξε την εσάρπα γύρω από τους ώμους της και προχώρησε για να σταθεί πρόσωπο με πρόσωπο με τον καλαμοποιό. Ήταν λιγάκι ψηλότερός της, αλλά η ξαφνική επισημότητα της έδινε το πλεονέκτημα. Αυτός έκανε μια να μιλήσει και πνίγηκε, και η Μάριν αγνόησε κάθε προσπάθειά του να αρθρώσει λέξη. «Δουλειά του Κύκλου, Τσεν Μπούι. Αν νομίζεις ότι δεν είναι —αν έστω σκεφτείς να με πεις ψεύτρα― τότε τόλμα να τα ξεφουρνίσεις. Μια λέξη να πεις για τις δουλειές του Κύκλου των Γυναικών σε οποιονδήποτε, ακόμα και στο Συμβούλιο του Χωριού...»

«Ο Κύκλος δεν έχει δικαίωμα να ανακατεύεται στις υποθέσεις του Συμβουλίου», φώναξε αυτός.

«...και θα δεις αν η γυναίκα σου δεν σε βάλει να κοιμάσαι στο στάβλο. Και να τρως αυτά που αφήνουν ακόμα και οι γελάδες. Νομίζεις ότι το Συμβούλιο έχει το προβάδισμα από τον Κύκλο; Θα στείλω την Νταίζε Κόνγκαρ να σε πείσει για το αντίθετο».

Ο Τσεν μόρφασε, κάτι διόλου παράξενο. Αν η Νταίζε Κόνγκαρ ήταν η Σοφία, τότε μάλλον θα τον έβαζε να πίνει φριχτά καταπότια κάθε μέρα κι ο Τσεν ήταν τόσο κοκαλιάρης, που δεν μπορούσε να της αντισταθεί. Η Αλσμπετ Λούχαν ήταν η μόνη γυναίκα στο Πεδίο του Έμοντ που ήταν πιο μεγαλόσωμη από την Νταίζε, η οποία είχε μια μοχθηρία μέσα της και άσχημα νεύρα. Ο Πέριν δεν μπορούσε να τη φανταστεί στο ρόλο της Σοφίας· της Νυνάβε θα της ερχόταν κόλπος όταν μάθαινε ποια την είχε αντικαταστήσει. Η Νυνάβε πάντα πίστευε ότι η ίδια ήταν γλυκιά και λογική.