«Ας μην το παρατραβάμε, Μάριν», μουρμούρισε ο Τσεν με έναν κατευναστικό τόνο. «Αν θες να μη μιλήσω, δεν θα μιλήσω. Αλλά άσχετα από τον Κύκλο των Γυναικών, ριψοκινδυνεύεις να στρέψεις τα Τέκνα του Φωτός εναντίον όλων μας». Η Μάριν απλώς σήκωσε τα φρύδια και έπειτα από μια στιγμή ο Τσεν πήρε το δρόμο του, γκρινιάζοντας μέσα από τα δόντια του.
«Καλά τα πήγες», είπε η Φάιλε, όταν ο Τσεν έστριψε τη γωνιά του πανδοχείου και χάθηκε. «Μου φαίνεται ότι πρέπει να πάρω μαθήματα από σένα. Δεν ξέρω να κουμαντάρω τον Πέριν τόσο καλά όσο εσύ τον αφέντη αλ'Βέρ κι αυτόν τον κύριο εδώ». Χαμογέλασε στον Πέριν, για να δείξει ότι αστειευόταν. Τουλάχιστον ο Πέριν αυτό έλπιζε.
«Πρέπει να ξέρεις πότε να τραβήξεις τα λουριά», αποκρίθηκε αφηρημένα η άλλη, «και πότε δεν μπορείς να κάνεις τίποτα, παρά να τους αφήσεις να κάνουν του κεφαλιού τους. Άσε τους να κάνουν ό,τι θέλουν όταν δεν είναι σημαντικό κι έτσι θα είναι ευκολότερο να τους κάνεις κουμάντο όταν θα είναι σημαντικό». Κοίταζε το σημείο που είχε χαθεί ο Τσεν με τα φρύδια σμιγμένα, χωρίς να προσέχει ιδιαίτερα τι έλεγε, εκτός ίσως απ' όταν είπε: «Και είναι κάποιοι που πρέπει να τους δέσεις στο μαντρί και να τους αφήσεις εκεί».
Ο Πέριν παρενέβη βιαστικά. Τέτοιες συμβουλές ας της έλειπαν της Φάιλε. «Λες να κρατήσει το στόμα του κλειστό, κυρά αλ'Βέρ;»
Εκείνη δίστασε. «Πιστεύω πως ναι. Ο Τσεν γεννήθηκε κακότροπος και χειροτερεύει όσο περνάνε τα χρόνια, αλλά δεν είναι σαν τον Χάρι Κόπλιν και τους άλλους του σιναφιού του», είπε. Όμως είχε διστάσει πριν μιλήσει.
«Καλύτερα να φεύγουμε», είπε ο Πέριν. Κανείς δεν διαφώνησε.
Ο ήλιος ήταν πιο ψηλά απ' όσο περίμενε, είχε κιόλας περάσει το σημείο του μεσημεριανού του ύψους κι αυτό σήμαινε ότι ο πιο πολύς κόσμος ήταν κλεισμένος στα σπίτια για το φαγητό. Οι λίγοι που ήταν έξω, κυρίως αγόρια που πρόσεχαν πρόβατα ή αγελάδες, έτρωγαν αυτά που είχαν φέρει μαζί τυλιγμένα στην πετσέτα τους κι ήταν απορροφημένα στο φαγητό, μακριά από τα μονοπάτια των κάρων και δεν τα ένοιαζε ποιος περνούσε. Πάντως αφιέρωσαν κάποιες ματιές στον Λόιαλ, παρά τη μεγάλη κουκούλα, που έκρυβε το πρόσωπό του. Ακόμα και πάνω στον Γοργοπόδη, ο Πέριν έφτανε ως το στήθος του Ογκιρανού, που ήταν στο ψηλό άτι του. Για όσους τους έβλεπαν από μακριά, θα πρέπει να έμοιαζαν με έναν ενήλικα και δύο παιδιά, που καβαλούσαν όλοι πόνυ και έσερναν πίσω φορτωμένα πόνυ. Κάθε άλλο παρά ένα συνηθισμένο θέαμα, αλλά ο Πέριν έλπιζε να ήταν αυτή η εικόνα που έβλεπαν. Αν τα παιδιά το συζητούσαν μεταξύ τους, η ομάδα θα τραβούσε την προσοχή. Έπρεπε να το αποφύγει αυτό, μέχρι να απελευθερώσει την κυρά Λούχαν και τους άλλους. Μακάρι μόνο ο Τσεν να κρατούσε το στόμα του κλειστό. Είχε κι ο ίδιος ανεβασμένη την κουκούλα του. Κι αυτό, επίσης, θα προκαλούσε σχόλια, όχι όμως όσα αν έβλεπε κανείς τη γενειάδα του και καταλάβαινε ότι ο Πέριν δεν ήταν τελικά παιδί. Τουλάχιστον δεν έκανε πολλή ζέστη. Μετά το Δάκρυ, είχε την αίσθηση ότι ήταν άνοιξη, όχι καλοκαίρι.
Δεν δυσκολεύτηκε να βρει τη σχισμένη βελανιδιά, με τα δύο μισά να γέρνουν σχηματίζοντας μια πλατιά διχάλα και την εσωτερική επιφάνεια μαύρη και σκληρή σαν σίδερο, ενώ δεν υπήρχε τίποτα στο έδαφος κάτω από τα χοντρά, απλωμένα κλαριά. Ο δρόμος μέσα από το χωριό ήταν πιο σύντομος από την παράκαμψη που είχαν κάνει γύρω του, έτσι η κυρά αλ'Βέρ ήταν ήδη εκεί και περίμενε, σιάζοντας ανυπόμονα την εσάρπα της. Και οι Αελίτες ήταν επίσης εκεί, κάθονταν ανακούρκουδα στο στρώμα που είχαν σχηματίσει τα σαπισμένα φύλλα της βελανιδιάς και τα υπολείμματα από τα καλαμπόκια που μασουλούσαν οι σκίουροι, ενώ ο Γκαούλ ήταν λιγάκι παράμερα από τις δυο γυναίκες. Οι Κόρες και ο Γκαούλ κοιτάζονταν με την ίδια επιφυλακτικότητα που κοίταζαν το δάσος γύρω τους. Ο Πέριν δεν είχε καμία αμφιβολία ότι οι τρεις τους είχαν καταφέρει να φτάσουν απαρατήρητοι ως εδώ. Ευχήθηκε να είχε κι αυτός τούτη την ικανότητα· ήξερε να παραμονεύει καλά στα δάση, αλλά οι Αελίτες δεν έδειχναν να νοιάζονται αν βρίσκονταν σε δάσος, σε αγρούς ή σε πόλη. Όταν δεν ήθελαν να φαίνονται, έβρισκαν τρόπο και δεν φαίνονταν.
Η κυρά αλ'Βέρ επέμεινε να συνεχίσουν πεζή, υποστηρίζοντας ότι η βλάστηση στο δρόμο ήταν πολύ πυκνή για να πάνε καβάλα. Ο Πέριν δεν συμφωνούσε, αλλά πάντως ξεπέζεψε. Σίγουρα δεν ήταν άνετο να οδηγάς ανθρώπους που ιππεύουν, όταν εσύ είσαι με τα πόδια. Πάντως το μυαλό του ήταν γεμάτο σχέδια. Ήθελε να ρίξει μια ματιά στο στρατόπεδο των Λευκομανδιτών, στο Λόφο της Σκοπιάς, πριν αποφασίσει πώς θα έσωζαν την κυρά Λούχαν και τους άλλους. Και πού άραγε να κρύβονταν ο Ταμ και ο Άμπελ; Ούτε ο Μπραν, ούτε η κυρά αλ'Βέρ το είχαν αναφέρει· ίσως να μην ήξεραν. Αν ο Ταμ και ο Άμπελ δεν είχαν ελευθερώσει ήδη τους αιχμαλώτους, τότε δεν θα ήταν εύκολη δουλειά. Όμως με κάποιον τρόπο θα έπρεπε να τα καταφέρει. Ύστερα θα έστρεφε την προσοχή του στους Τρόλοκ.