Χρόνια είχε να έρθει σ' αυτά τα μέρη κάποιος από το χωριό και το μονοπάτι είχε εξαφανιστεί, όμως τα ψηλά δέντρα περιόριζαν σε μεγάλο βαθμό τη χαμηλή βλάστηση. Οι Αελίτες προχωρούσαν σιωπηλά μαζί με τους άλλους, υποχωρώντας στην επιμονή της κυράς αλ'Βέρ να είναι όλοι μαζί. Ο Λόιαλ μουρμούριζε επιδοκιμαστικά για τις ψηλές βελανιδιές, ή για κάποια ιδιαίτερα ψηλά έλατα και λέδερλιφ. Πού και πού άκουγαν κάποιον περιγελαστή ή κάποιον κοκκινολαίμη να κελαηδούν στα δέντρα και μια φορά ο Πέριν μύρισε μια αλεπού, που τους παρακολουθούσε να περνούν.
Ξαφνικά έπιασε μια αντρική μυρωδιά που δεν ήταν εκεί πριν από μια στιγμή, άκουσε ένα αχνό θρόισμα. Οι Αελίτες ετοιμάστηκαν, έσκυψαν ελαφρώς με τα δόρατα έτοιμα. Ο Πέριν άπλωσε το χέρι στη φαρέτρα του.
«Ησυχάστε», είπε βιαστικά η κυρά αλ'Βέρ, κάνοντας νόημα να χαμηλώσουν τα όπλα τους. «Σας παρακαλώ, ησυχάστε».
Ξαφνικά εμφανίστηκαν δύο άντρες μπροστά τους, ο ένας στα αριστερά ψηλός, μελαψός και λιγνός, ο άλλος στα δεξιά κοντός, γεροδεμένος και γκριζομάλλης. Και οι δύο κρατούσαν τόξα με το βέλος στη χορδή, έτοιμοι να τα σηκώσουν και να τα εξαπολύσουν, ενώ οι φαρέτρες ισορροπούσαν με τα σπαθιά στους γοφούς τους. Και οι δύο φορούσαν μανδύες, που έμοιαζαν να γίνονται ένα με τα φυλλώματα που τους περιέβαλλαν.
«Πρόμαχοι!» αναφώνησε ο Πέριν. «Γιατί δεν μας είπες ότι υπάρχουν Άες Σεντάι εδώ, κυρά αλ'Βέρ; Ούτε ο αφέντης αλ'Βέρ το ανέφερε. Γιατί;»
«Επειδή δεν το ξέρει», είπε εκείνη γοργά. «Δεν ήταν ψέματα, όταν είπα ότι είναι δουλειά του Κύκλου των Γυναικών». Έστρεψε την προσοχή της στους δυο Πρόμαχους, που κανένας τους δεν είχε χαλαρώσει έστω και λίγο. «Τόμας, Ίχβον, με γνωρίζετε. Ακουμπήστε κάτω τα τόξα. Ξέρετε ότι δεν θα έφερνα κανέναν εδώ, αν είχε κακή πρόθεση».
«Ένας Ογκιρανός», είπε ο γκριζομάλλης, «Αελίτες, ένας κιτρινομάτης —είναι φυσικά αυτός που αναζητούν οι Λευκομανδίτες― και μια ζωηρή κοπέλα με μαχαίρι». Ο Πέριν κοίταξε τη Φάιλε· κρατούσε τη λεπίδα της έτοιμη να την πετάξει. Αυτή τη φορά συμφωνούσε μαζί της. Μπορεί να ήταν Πρόμαχοι, αλλά δεν έλεγαν να κατεβάσουν τα τόξα· τα πρόσωπά τους ήταν σαν να είχαν σμιλευτεί σε αμόνια. Οι Αελίτες έδειχναν έτοιμοι να χορέψουν τα δόρατα χωρίς να βάλουν τα πέπλα τους. «Παράξενη ομάδα, κυρά αλ'Βέρ», συνέχισε ο πιο ηλικιωμένος Πρόμαχος. «Θα δούμε. Ίχβον;» Ο λιγνός ένευσε και χάθηκε στη βλάστηση· ο Πέριν μόλις που τον άκουγε να φεύγει. Οι Πρόμαχοι κινούνταν ανάλαφρα, σαν το θάνατο, όταν ήθελαν.
«Τι εννοείς ότι είναι δουλειά του Κύκλου των Γυναικών;» ζήτησε να μάθει. «Ξέρω ότι οι Λευκομανδίτες θα δημιουργούσαν προβλήματα αν ήξεραν για τις Άες Σεντάι, άρα δεν θα έπρεπε να το πεις στον Χάρι Κόπλιν, αλλά γιατί να το κρατήσεις μυστικό από το δήμαρχο; Κι από μας;»
«Επειδή συμφωνήσαμε», είπε εκνευρισμένη η κυρά αλ'Βέρ. Ο εκνευρισμός έμοιαζε να οφείλεται εξίσου στον Πέριν και τον Πρόμαχο, που τους φρουρούσε ακόμα —δεν φαινόταν να υπάρχει άλλη λέξη να περιγράψει αυτό που έκανε― και ίσως να έμενε και λίγος για τις Άες Σεντάι. «Ήταν στο Λόφο της Σκοπιάς όταν ήρθαν οι Λευκομανδίτες. Κανένας δεν ήξερε ποιες ήταν, μόνο ο Κύκλος εκεί, που μας τις έδωσε για να τις κρύψουμε. Απ' όλους, Πέριν. Είναι πιο εύκολο να φυλάξεις ένα μυστικό όταν το ξέρουμε λίγοι. Το Φως να με φυλάει, ξέρω δυο γυναίκες που έπαψαν να μοιράζονται το κρεβάτι του συζύγου τους, επειδή φοβούνταν μήπως μιλούσαν στον ύπνο τους. Συμφωνήσαμε να το κρατήσουμε μυστικό».
«Γιατί αποφασίσατε να το αλλάξετε αυτό;» ρώτησε με τραχιά φωνή ο γκριζομάλλης Πρόμαχος.
«Για λόγους που κρίνω σοβαρούς και επαρκείς, Τόμας». Από τον τρόπο που έπιασε την εσάρπα της, ο Πέριν υποψιάστηκε ότι η κυρά αλ’Βέρ έλπιζε ότι οι γυναίκες του Κύκλου —και οι Άες Σεντάι― θα συμφωνούσαν μαζί της. Οι φήμες έλεγαν ότι ο Κύκλος ήταν ακόμα πιο αυστηρός με τα μέλη του, απ' ό,τι με το υπόλοιπο χωριό. «Πού καλύτερα να σε κρύψω, Πέριν, παρά με τις Άες Σεντάι; Δεν φαντάζομαι να τις φοβάσαι, αφού έφυγες από δω με μια τους. Και... Σύντομα θα καταλάβεις. Πρέπει να με εμπιστευτείς».
«Υπάρχουν Άες Σεντάι και Άες Σεντάι», της είπε ο Πέριν. Αλλά εκείνες τις οποίες θεωρούσε χειρότερες, του Κόκκινου Άτζα, δεν δέσμευαν Πρόμαχους· του Κόκκινου Άτζα δεν του πολυάρεσαν οι άντρες. Ο Τόμας μπροστά τους είχε μαύρα, αταλάντευτα μάτια. Μπορούσαν να του χιμήξουν όλοι μαζί, ή ίσως καλύτερα θα μπορούσαν να φύγουν, όμως ο Πρόμαχος σίγουρα θα κάρφωνε με το βέλος του την πλάτη του πρώτου που θα έκανε κάτι το οποίο δεν θα του άρεσε, και ο Πέριν θα στοιχημάτιζε ότι είχε κι άλλα βέλη έτοιμα να περάσει αμέσως στη χορδή. Οι Αελίτες έμοιαζαν να συμφωνούν· ακόμα έδειχναν έτοιμοι να το σκάσουν προς κάθε κατεύθυνση ανά πάσα στιγμή, αλλά έμοιαζαν, επίσης, και έτοιμοι να σταθούν εκεί που βρίσκονταν μέχρι να παγώσει ο ήλιος. Ο Πέριν χτύπησε απαλά τη Φάιλε στον ώμο. «Όλα θα πάνε καλά», της είπε.