Το βλέμμα του Ταμ έμεινε συλλογισμένα πάνω τους μόνο για μια στιγμή ακόμα και ύστερα στάθηκε στον Πέριν με μια ξαφνιασμένη έκφραση, όπως πριν με τον Λόιαλ. Ήταν ένας σκληροτράχηλος άντρας με φαρδύ στήθος, αν και τα μαλλιά του ήταν σχεδόν όλα γκρίζα, και θα χρειαζόταν σεισμός για να τον ταράξει και κάτι παραπάνω για να τον ξεσηκώσει. «Πέριν, παλικάρι μου!» αναφώνησε. «Είναι μαζί σου ο Ραντ;»
«Κι ο Ματ;» πρόσθεσε ανυπόμονα ο Άμπελ. Είχε την όψη ενός πιο μεγάλου, γκριζομάλλη Ματ, αλλά με πιο σοβαρά μάτια. Ένας άντρας που δεν τον είχε βαρύνει η ηλικία, με σβέλτο βήμα.
«Είναι καλά», τους είπε ο Πέριν. «Είναι στο Δάκρυ». Έπιασε το βλέμμα της Βέριν με την άκρη του ματιού του· ήξερε πολύ καλά τι νόημα είχε το Δάκρυ για τον Ραντ. Η Αλάνα δεν έμοιαζε να δίνει καθόλου προσοχή. «Θα έρχονταν μαζί μου, αλλά δεν ξέραμε πόσο άσχημα θα ήταν τα πράγματα». Αυτό ήταν αλήθεια και για τους δύο, ήταν σίγουρος γι' αυτό. «Ο Ματ περνά τον καιρό του παίζοντας ζάρια —και κερδίζοντας― και φιλώντας τις κοπέλες. Ο Ραντ... Να, την τελευταία φορά που είδα τον Ραντ φορούσε ένα πολυτελές σακάκι και είχε μια όμορφη χρυσομάλλα δίπλα του».
«Έτσι είναι ο Ματ μου», έκανε ο Άμπελ και χασκογέλασε.
«Ίσως να είναι καλύτερα που δεν ήρθαν», είπε ο Ταμ πιο αργά, «τώρα με τους Τρόλοκ. Και τους Λευκομανδίτες...» Σήκωσε τους ώμους. «Ξέρεις ότι οι Τρόλοκ ξαναγύρισαν;» Ο Πέριν ένευσε. «Είχε δίκιο η Άες Σεντάι; Η Μουαραίν; Εσάς τους τρεις κυνηγούσαν εκείνη τη Νύχτα του Χειμώνα; Μάθατε γιατί;»
Η Καφέ αδελφή έριξε μια προειδοποιητική ματιά στον Πέριν. Η Αλάνα έμοιαζε να ψάχνει τα σακίδια της σέλας της απορροφημένη, όμως του φάνηκε ότι τώρα είχε στήσει αφτί. Ούτε το ένα, ούτε το άλλο, όμως, δεν ήταν ο λόγος που δίστασε. Δεν υπήρχε τρόπος να πει στον Ταμ ότι ο γιος του μπορούσε να διαβιβάζει, ότι ο Ραντ ήταν ο Αναγεννημένος Δράκοντας. Πώς να πεις τέτοιο πράγμα σ' έναν άνθρωπο; «Θα πρέπει να ρωτήσεις τη Μουαραίν. Οι Άες Σεντάι δεν σου λένε παραπάνω απ’ όσα πρέπει», είπε τελικά.
«Το πρόσεξα», είπε ξερά ο Ταμ.
Και οι δύο Άες Σεντάι άκουγαν και δεν το έκρυβαν τώρα. Η Αλάνα ύψωσε το φρύδι μ' ένα παγωμένο βλέμμα προς τον Ταμ και ο Άμπελ σάλεψε τα πόδια του, σαν να σκεφτόταν ότι ο Ταμ έπαιζε με την τύχη του, αλλά δεν έφτανε μια ματιά για να ταραχτεί ο Ταμ.
«Μπορούμε να μιλήσουμε έξω;» ρώτησε ο Πέριν τους δύο άντρες. «Θέλω να πάρω λίγο αέρα». Ήθελε να μιλήσει δίχως τις Άες Σεντάι να κρυφακούν και να βλέπουν, όμως δεν μπορούσε βέβαια να το πει.
Ο Ταμ και ο Άμπελ συμφώνησαν, και ίσως ήταν κι αυτοί εξίσου ανυπόμονοι να ξεφύγουν από την επιτήρηση της Βέριν και της Αλάνα, όμως πρώτα υπήρχε η λεπτομέρεια των λαγών, που τους έδωσαν όλους στην Αλάνα.
«Λέγαμε να κρατήσουμε δυο για μας, αλλά φαίνεται ότι εσείς έχετε πιο πολλά στόματα να ταΐσετε».
«Δεν υπάρχει λόγος γι' αυτό». Η Πράσινη αδελφή έμοιαζε σαν να είχε ξαναπεί το ίδιο πράγμα πολλές φορές άλλοτε.
«Μας αρέσει να πληρώνουμε για ό,τι παίρνουμε», της είπε ο Ταμ στον ίδιο τόνο. «Οι Άες Σεντάι είχαν την καλοσύνη να μας Θεραπεύσουν», πρόσθεσε μιλώντας στον Πέριν, «και θέλουμε να φέρουμε στα ίσα το λογαριασμό, σε περίπτωση που τις χρειαστούμε ξανά».
Ο Πέριν ένευσε. Καταλάβαινε γιατί δεν ήθελαν να πάρουν δώρο από μια Άες Σεντάι. «Το δώρο της Άες Σεντάι πάντα έχει αγκίστρι μέσα του», έλεγε το παλιό ρητό. Ο Πέριν ήξερε ότι ήταν αλήθεια. Αλλά δεν είχε σημασία αν έπαιρνες το δώρο ή αν το πλήρωνες· οι Άες Σεντάι, είτε έτσι, είτε αλλιώς, κατάφερναν να σου καρφώσουν το αγκίστρι. Η Βέριν τον κοίταζε μ' ένα μικρό χαμόγελο, σαν να ήξερε τι σκεφτόταν.
Όταν οι τρεις άντρες έκαναν να βγουν, κρατώντας τα τόξα τους, η Φάιλε σηκώθηκε για να τους ακολουθήσει. Ο Πέριν την κοίταξε και κούνησε το κεφάλι· αυτή, κατά έναν εκπληκτικό τρόπο, ξανακάθισε κάτω. Αναρωτήθηκε αν ήταν άρρωστη.
Αφού πρώτα κοντοστάθηκαν για να θαυμάσουν ο Ταμ και ο Άμπελ τον Γοργοπόδη και τη Σουώλοου, έκαναν μια βόλτα παραπέρα, ανάμεσα στα δέντρα. Ο ήλιος έγερνε προς τα δυτικά, οι σκιές μάκραιναν, Οι δύο άλλοι του έκαναν αστεία για τη γενειάδα του, όμως δεν ανέφεραν τα μάτια του. Το παράξενο ήταν ότι δεν τον ένοιαζε. Είχε πιο σημαντικές έγνοιες από το αν κάποιος νόμιζε ότι τα μάτια του ήταν αλλόκοτα.
Απαντώντας στην ερώτηση του Άμπελ για το αν «αυτό το πράγμα» έκανε για να σουρώνεις σούπα, έτριψε τη γενειάδα του και τους απάντησε ήπια. «Της Φάιλε της αρέσει».
«Χο-χο», χασκογέλασε ο Ταμ. «Είναι η κοπελιά, έτσι δεν είναι; Φαίνεται να έχει τσαγανό, παλικάρι μου. Θα ξαγρυπνάς τα βράδια για να καταλάβεις πως σου έφερε τα πάνω κάτω».