«Πέριν», άρχισε να λέει ο Ταμ και μετά έκλεισε το στόμα με μια ανήσυχη έκφραση.
Ο Πέριν ήξερε ότι τα μάτια του καθρέφτιζαν το φως εκεί στις σκιές, κάτω από τη βελανιδιά. Ένιωθε το πρόσωπό του σκληρό σαν βράχο.
Ο Ταμ αναστέναξε. «Πρώτα να δούμε τι γίνεται με τη Νάτι και τους άλλους και μετά θα αποφασίσουμε τι να κάνουμε με τους Τρόλοκ».
«Μη σε τρώει μέσα σου, αγόρι μου», του είπε μαλακά ο Άμπελ. «Το μίσος θεριεύει και καίει ό,τι άλλο νιώθεις».
«Τίποτα δεν με τρώει», του είπε ο Πέριν με ήρεμη φωνή. «Απλώς θέλω να κάνω αυτό που πρέπει να γίνει». Διέτρεξε με τον αντίχειρα την αιχμή του τσεκουριού του. Αυτό που έπρεπε να γίνει.
Ο Ντάιν Μπόρνχαλντ καθόταν στητός στη σέλα, καθώς οι εκατό που είχε πάρει για περιπολία ζύγωναν το Λόφο της Σκοπιάς. Τώρα ήταν λιγότεροι από εκατό. Έντεκα σέλες είχαν ριγμένα πάνω τους πτώματα τυλιγμένα σε μανδύες και άλλοι είκοσι τρεις άντρες ήταν πληγωμένοι. Οι Τρόλοκ είχαν στήσει μια καλοσχεδιασμένη ενέδρα· μπορεί να τα είχαν καταφέρει αν έβρισκαν λιγότερο έμπειρους στρατιώτες απέναντί τους, λιγότερο σκληρούς από τα Τέκνα. Αυτό που τον μπέρδευε ήταν το γεγονός ότι αυτή η περίπολος ήταν η τρίτη που είχε δεχτεί μαζική επίθεση. Δεν ήταν κάποια τυχαία συνάντηση, δεν είχαν πέσει κατά λάθος σε Τρόλοκ που σκότωναν και πυρπολούσαν, αλλά είχαν δεχτεί μια προσχεδιασμένη επίθεση. Και μόνο σε περιπόλους που οδηγούσε ο ίδιος προσωπικά. Οι Τρόλοκ προσπαθούσαν να αποφεύγουν τους άλλους. Το γεγονός έδινε έναυσμα σε ανησυχητικά ερωτήματα και οι απαντήσεις που έβρισκε δεν του πρόσφεραν λύσεις.
Ο ήλιος χαμήλωνε. Ήδη φαίνονταν μερικά φώτα στο χωριό, που κάλυπτε το λόφο από την κορυφή ως τα ριζά του με καλαμοσκεπές. Η μόνη σκεπή από κεραμίδι ήταν στη ράχη, στο Άσπρο Αγριογούρουνο, το πανδοχείο. Αν ήταν άλλη βραδιά, ίσως να ανέβαινε εκεί για ένα κρασί, παρά τη νευρική σιωπή που έπεφτε στη θέα ενός λευκού μανδύα με χρυσό ήλιο. Σπανίως έπινε, αλλά μερικές φορές απολάμβανε να είναι κοντά σε ανθρώπους εκτός των Τέκνων· ύστερα από λίγο ξεχνούσαν την παρουσία του ως ένα βαθμό και άρχιζαν πάλι να γελούν και να συζητάνε μεταξύ τους. Αν ήταν άλλη βραδιά. Απόψε ήθελε να μείνει μόνος για να σκεφτεί.
Υπήρχε κάποια δραστηριότητα στις περίπου εκατό πολύχρωμες άμαξες που ήταν συγκεντρωμένες μισό μίλι πέρα από τα ριζά του λόφου· άντρες και γυναίκες, με ρούχα σε ακόμα πιο λαμπερές αποχρώσεις κι από τις άμαξές τους, εξέταζαν άλογα και ιπποσκευές και φόρτωναν πράγματα που κείτονταν ολόγυρα στο στρατόπεδο εδώ και βδομάδες. Απ' ό,τι φαινόταν, οι Ταξιδιώτες θα ανταποκρίνονταν στο όνομά τους, μάλλον με το πρώτο φως της αυγής.
«Φάραν!» Ο γεροδεμένος εκατηλάτης τον πλησίασε με το άλογό του και ο Μπόρνχαλντ ένευσε προς το καραβάνι των Τουάθα'αν. «Πληροφόρησε τον Αναζητητή ότι, αν θέλει να μετακινήσει τους ανθρώπους του, θα πρέπει να φύγουν προς τα νότια». Οι χάρτες του έλεγαν ότι δεν μπορούσε κανείς να διασχίσει τον Τάρεν παρά μόνο στο Τάρεν Φέρυ, αλλά είχε μάθει πόσο παλιοί ήταν αμέσως μόλις είχε διασχίσει το ποτάμι. Κανένας δεν θα έφευγε από τους Δύο Ποταμούς για να κλείσει ίσως τη μονάδα του σε μια παγίδα. «Και, Φάραν; Δεν χρειάζονται μπότες και γροθιές, εντάξει; Τα λόγια αρκούν. Ο Ράεν έχει αφτιά».
«Όπως προστάζεις, Άρχοντα Μπόρνχαλντ». Ο εκατηλάτης φαινόταν μόνο λίγο απογοητευμένος. Άγγιξε τη γαντοφορεμένη γροθιά του στο στήθος και έστριψε προς την κατασκήνωση των Τουάθα’αν. Δεν θα του άρεσε, αλλά θα υπάκουγε. Όσο κι αν απεχθανόταν τους Ταξιδιώτες, ήταν καλός στρατιώτης.
Η εικόνα του στρατοπέδου του έκανε τον Μπόρνχαλντ να νιώσει για μια στιγμή καμάρι, με τις μακριές, ίσιες σειρές των λευκών σκηνών, που είχαν κορυφές σαν σφήνες, και με τους πασσάλους για τα άλογα να σχηματίζουν ευθείες. Ακόμα κι εδώ, σ’ αυτή την εγκαταλειμμένη από το Φως γωνιά του κόσμου, τα Τέκνα δεν επαναπαύονταν, δεν άφηναν την πειθαρχία να χαλαρώσει. Ήταν εγκαταλειμμένη από το Φως. Το αποδείκνυαν οι Τρόλοκ. Αν έκαιγαν αγροκτήματα, αυτό απλώς σήμαινε ότι κάποιοι κάτοικοι της περιοχής ήταν αγνοί. Κάποιοι. Οι υπόλοιποι υποκλίνονταν κι έλεγαν «μάλιστα, Άρχοντά μου», «όπως επιθυμείς, Άρχοντα μου» και πεισματικά έκαναν του κεφαλιού τους, μόλις γύριζε την πλάτη του. Εκτός αυτού, έκρυβαν μια Άες Σεντάι. Τη δεύτερη μέρα, νότια του Τάρεν, τα Τέκνα είχαν σκοτώσει έναν Πρόμαχο· ο μανδύας του, που άλλαζε χρώματα, ήταν αρκετή απόδειξη. Ο Μπόρνχαλντ μισούσε τις Άες Σεντάι, οι οποίες ασχολούνταν με τη Μία Δύναμη, λες και δεν ήταν αρκετό ένα μόνο Τσάκισμα του Κόσμου. Θα το ξανάκαναν, αν δεν τις σταματούσαν. Η καλή διάθεση που είχε νιώσει για λίγο, τώρα χανόταν σαν το χιόνι την άνοιξη.