Выбрать главу

Το βλέμμα του έψαξε τη σκηνή όπου είχαν συνέχεια τους αιχμαλώτους, με εξαίρεση μια σύντομη περίοδο άσκησης κάθε μέρα, όπου τους έβγαζαν έναν-έναν. Κανείς δεν θα προσπαθούσε να το σκάσει, εφόσον αυτό θα σήμαινε ότι θα άφηνε τους άλλους πίσω του. Όχι ότι θα μπορούσε να κάνει πάνω από δέκα βήματα —υπήρχε σκοπός σε κάθε άκρη της σκηνής και δέκα βήματα προς οποιαδήποτε κατεύθυνση σε έβγαζαν σε άλλα είκοσι Τέκνα― όμως ήθελε όσο το δυνατό λιγότερους μπελάδες. Οι μπελάδες δημιουργούσαν κι άλλους μπελάδες. Αν χρειάζονταν να φερθεί σκληρά στους αιχμαλώτους, αυτό ίσως να όξυνε τα πνεύματα στο χωριό, σε σημείο που να πρέπει να γίνει κάτι. Ο Μπάυαρ ήταν ανόητος. Ήθελε —μαζί και άλλοι, ειδικά ο Φάραν― να ανακρίνει τους αιχμαλώτους. Ο Μπόρνχαλντ δεν ήταν Ιεροεξεταστής και δεν του άρεσε να χρησιμοποιεί τις μεθόδους τους. Ούτε και σκόπευε να αφήσει τον Φάραν να πλησιάσει τα κορίτσια, ακόμα κι αν ήταν Σκοτεινόφιλες, όπως ισχυριζόταν ο Ορντήθ.

Σκοτεινόφιλες ή όχι, ο Μπόρνχαλντ ένιωθε ολοένα και πιο έντονα ότι γεγονός το μόνο που ήθελε στ' αλήθεια ήταν ένα συγκεκριμένο Σκοτεινόφιλο. Περισσότερο κι από τους Τρόλοκ, περισσότερο κι από την Άες Σεντάι ήθελε τον Πέριν Αϋμπάρα. Δεν έδινε την παραμικρή βάση στις ιστορίες που έλεγε ο Μπάυαρ, ότι ο άνθρωπος αυτός έτρεχε με τους λύκους, αλλά ο Μπάυαρ ήταν σαφής στο ότι ο Αϋμπάρα είχε οδηγήσει τον πατέρα του Μπόρνχαλντ σε μια παγίδα των Σκοτεινόφιλων, είχε οδηγήσει τον Τζέφραμ Μπόρνχαλντ στο θάνατο του, στο Τόμαν Χεντ, από τα χέρια των Σκοτεινόφιλων Σωντσάν και των Άες Σεντάι, που ήταν σύμμαχοί τους. Ίσως, αν δεν μιλούσαν σύντομα οι Λούχαν, να άφηνε τον Μπάυαρ να κάνει ό,τι θέλει στο σιδερά. Ή θα έσπαζε ο άντρας ή θα έσπαζε η γυναίκα του παρακολουθώντας τον. Ο ένας από τους δύο θα του έδειχνε τον τρόπο να βρει τον Πέριν Αϋμπάρα.

Όταν αφίππευσε μπροστά στη σκηνή του, ο Μπάυαρ ήταν εκεί για να τον υποδεχτεί, αλύγιστος και κοκαλιάρης σαν σκιάχτρο. Ο Μπόρνχαλντ έριξε μια ματιά όλο αποστροφή σε μια μικρή ομάδα σκηνών, που ήταν κάπως χωριστά από τις υπόλοιπες. Επειδή ο άνεμος ερχόταν από εκείνη την κατεύθυνση, μπορούσε να μυρίσει το άλλο στρατόπεδο. Ούτε τους πασσάλους κρατούσαν καθαρούς, ούτε και τον ίδιο τους τον εαυτό. «Φαίνεται ότι ο Ορντήθ γύρισε, έτσι δεν είναι;»

«Μάλιστα, Άρχοντα Μπόρνχαλντ». Ο Μπάιν κοντοστάθηκε και ο Μπόρνχαλντ τον κοίταξε ερωτηματικά. «Ανέφεραν μια αψιμαχία με Τρόλοκ στο νότο. Δύο νεκροί και έξι τραυματίες, ισχυρίζονται».

«Και ποιοι είναι οι νεκροί;» ρώτησε χαμηλόφωνα ο Μπόρνχαλντ.

«Το Τέκνο Τζοέλιν και το Τέκνο Γκομάνες, Άρχοντα Μπόρνχαλντ». Η έκφραση του Μπάυαρ ποτέ δεν άλλαζε, τα βουλιαγμένα του μάγουλα έμεναν πάντα ίδια.

Ο Μπόρνχαλντ έβγαλε αργά το γάντι του με την ατσαλένια ράχη. Ήταν οι δύο που είχε στείλει να συνοδεύουν τον Ορντήθ, να βλέπουν τι έκανε στις εξορμήσεις του προς το νότο. Πρόσεξε να μην υψώσει τη φωνή του. «Μετέφερε το σεβασμό μου στον αφέντη Ορντήθ, Μπάυαρ, και... Όχι! Άσε το σεβασμό. Πες του, αυτολεξεί, ότι θέλω να δω τα καχεκτικά του κόκαλα μπροστά μου αυτή τη στιγμή. Πες του το, Μπάυαρ, και φέρε τον ακόμα κι αν χρειαστεί να τον συλλάβεις και μαζί του αυτούς τους τρισάθλιους, που ατιμάζουν τα Τέκνα. Πήγαινε».

Ο Μπόρνχαλντ συγκράτησε το θυμό του, ώσπου βρέθηκε μέσα στη σκηνή του, κατεβάζοντας την πόρτα, και μετά γκρέμισε μ' ένα γρύλισμα τους χάρτες και το κιβώτιο γραφής από το τραπέζι του. Ο Ορντήθ τον περνούσε για ανίκανο. Δυο φορές είχε στείλει άντρες μαζί του και δυο φορές ήταν οι μόνες απώλειες σε «αψιμαχία με Τρόλοκ», που δεν είχε αφήσει άλλους τραυματίες μεταξύ των υπολοίπων. Πάντα προς το νότο. Ο άνθρωπος είχε μια εμμονή με το Πεδίο του Έμοντ. Βέβαια κι ο ίδιος ο Μπόρνχαλντ θα μπορούσε να έχει εκεί το στρατόπεδό του, αν δεν ήταν το... Δεν είχε σημασία τώρα. Είχε τους Λούχαν. Θα του χάριζαν τον Πέριν Αϋμπάρα με τον έναν ή τον άλλο τρόπο. Ο Λόφος της Σκοπιάς ήταν καλύτερη τοποθεσία, αν χρειαζόταν να μετακινηθεί γρήγορα προς το Τάρεν Φέρυ. Πρώτα η μέριμνα για τα στρατιωτικά και ύστερα για τα προσωπικά.

Για χιλιοστή φορά αναρωτήθηκε γιατί ο Άρχοντας Διοικητής τον είχε στείλει εδώ. Οι άνθρωποι δεν έμοιαζαν διαφορετικοί απ' όσους είχε δει σε εκατό άλλα μέρη. Αν και οι μόνοι που έδειχναν να ξετρυπώνουν με ενθουσιασμό τους Σκοτεινόφιλους που βρίσκονταν ανάμεσά τους, ήταν οι κάτοικοι του Τάρεν Φέρυ. Οι υπόλοιποι σε κοίταζαν κατσούφικα και πεισματάρικα, όταν χάραζες σε μια πόρτα το Δόντι του Δράκοντα. Τα χωριά πάντα ήξεραν ποιοι ήταν οι ανεπιθύμητοι· πάντα ήταν έτοιμα για κάθαρση, με λίγη ενθάρρυνση, και σίγουρα οι όποιοι Σκοτεινόφιλοι παρασύρονταν μαζί με τους άλλους, τους οποίους ο κόσμος ήθελε να διώξει. Αλλά όχι εδώ. Αν έκρινες το πραγματικό αποτέλεσμα, είτε έκανες το μαύρο σκίτσο του κοφτερού δοντιού, είτε ασβέστωνες τον τοίχο τους, ήταν ένα και το αυτό. Και οι Τρόλοκ. Ήξερε άραγε ο Πέντρον Νάιαλ ότι θα έρχονταν οι Τρόλοκ, όταν έγραφε εκείνες τις διαταγές; Πώς ήταν δυνατό να το γνωρίζει; Μα αν όχι, γιατί είχε στείλει τόσα Τέκνα, που ήταν ικανά να καταπνίξουν ακόμα και μια μικρής έκτασης επανάσταση; Και γιατί, στο όνομα του Φωτός, του είχε φορτώσει ο Άρχοντας Διοικητής έναν τρελό εγκληματία;