Η πόρτα της σκηνής παραμέρισε και ο Ορντήθ μπήκε μέσα με μεγάλες δρασκελιές. Το πολυτελές, γκρίζο σακάκι του ήταν κεντημένο με ασήμι, όμως ήταν γεμάτο λεκέδες. Ο λεπτός λαιμός του ήταν επίσης λερωμένος και ξεπρόβαλλε από το γιακά σαν να ήταν χελώνα. «Καλησπέρα, Άρχοντα Μπόρνχαλντ. Μια όμορφη και έξοχη εσπέρα». Σήμερα η Λαγκαρντινή προφορά του ήταν ιδιαίτερα βαριά.
«Τι συνέβη στο Τέκνο Τζοέλιν και το Τέκνο Γκομάνες, Ορντήθ;»
«Τι φοβερό πράγμα, Άρχοντά μου. Όταν πέσαμε πάνω στους Τρόλοκ, το Τέκνο Γκομάνες, με μεγάλη ανδρεία —» Ο Μπόρνχαλντ τον χτύπησε στο πρόσωπο με τα γάντια του. Ο κοκαλιάρης παραπάτησε και έφερε το χέρι στο σχισμένο χείλος του, εξετάζοντας το αίμα στα δάχτυλά του. Το χαμόγελο στο πρόσωπό του δεν φαινόταν πια χλευαστικό. Έμοιαζε φιδίσιο. «Ξεχνάς ποιος με διόρισε σ' αυτή τη θέση, αρχοντόπουλο; Ο Πέντρον Νάιαλ θα σε κρεμάσει με τα σπλάχνα της μάνας σου αν πω μια λέξη, αφού πρώτα σας γδάρει ζωντανούς και τους δύο».
«Αρκεί να είσαι ζωντανός για να πεις αυτή τη λέξη, έτσι δεν είναι;»
Ο Ορντήθ γρύλισε και έσκυψε σαν άγριο ζώο, με αφρισμένα σάλια στο στόμα. Ύστερα συνήλθε αργά και ορθώθηκε αργά. «Πρέπει να συντονίσουμε τις προσπάθειές μας», είπε. Η Λαγκαρντινή προφορά είχε χαθεί και την είχε αντικαταστήσει μια φωνή πιο επιβλητική, πιο προστακτική. Ο Μπόρνχαλντ προτιμούσε την κοροϊδευτική Λαγκαρντινή φωνή από αυτήν εδώ, με τη γλοιώδη περιφρόνηση που σχεδόν δεν κρυβόταν. «Η Σκιά βρίσκεται ολόγυρά μας εδώ. Δεν είναι μόνο οι Τρόλοκ και οι Μυρντράαλ. Αυτοί είναι το λιγότερο. Τρεις σπάρθηκαν εδώ, Σκοτεινόφιλοι που προορίζονταν να σείσουν τον κόσμο, και ο Σκοτεινός καθοδηγούσε το πλάσιμο της ράτσας τους πάνω από χίλια χρόνια. Ο Ραντ αλ'Θόρ. Ο Ματ Κώθον. Ο Πέριν Αϋμπάρα. Ξέρεις τα ονόματά τους. Σ' αυτό το μέρος απελευθερώνονται δυνάμεις που θα σπαράξουν τον κόσμο. Πλάσματα της Σκιάς περιδιαβαίνουν τη νύχτα, μολύνοντας τις καρδιές των ανθρώπων, μιαίνοντας τα όνειρα τους. Ρήμαξε αυτή τη γη. Ρήμαξε την και θα έρθουν. Ο Ραντ αλ'Θόρ. Ο Ματ Κώθον. Ο Πέριν Αϋμπάρα». Το τελευταίο όνομα το είπε σχεδόν σαν να το χάιδευε.
Ο Μπόρνχαλντ ανάσανε τραχιά. Δεν ήξερε πώς ο Ορντήθ είχε ανακαλύψει τι ήθελε εδώ· μια μέρα ο άλλος είχε απλώς αποκαλύψει ότι το γνώριζε. «Σε κάλυψα γι' αυτό που έκανες στο αγρόκτημα των Αϋμπάρα —»
«Ρήμαξέ τους». Ένα ίχνος τρέλας υπήρχε στην επιβλητική αυτή φωνή. Το κούτελο του Ορντήθ είχε ιδρώσει. «Γδάρε τους και οι τρεις θα έρθουν».
Ο Μπόρνχαλντ ύψωσε τη φωνή του. «Σε κάλυψα επειδή ήμουν αναγκασμένος». Δεν υπήρχε επιλογή. Αν μαθευόταν η αλήθεια, δεν θα έβρισκε μπροστά του μόνο βλοσυρές ματιές. Το τελευταίο που ήθελε τώρα ήταν ανοιχτή εξέγερση, λες και δεν του έφταναν οι Τρόλοκ. «Αλλά δεν πρόκειται να ανεχτώ τις δολοφονίες Τέκνων. Μ' ακούς; Τι κάνεις, που πρέπει να το κρύβεις από τα Τέκνα;»
«Αμφισβητείς ότι η Σκιά θα κάνει ό,τι χρειαστεί για να με σταματήσει;»
«Τι;»
«Το αμφισβητείς;» Ο Ορντήθ έγειρε μπροστά, με τα μάτια ορθάνοιχτα. «Είδες τους Φαιούς».
Ο Μπόρνχαλντ κοντοστάθηκε. Πενήντα Τέκνα γύρω του, στο κέντρο του Λόφου της Σκοπιάς, και κανένας δεν είχε προσέξει τους δύο εκείνους με τα εγχειρίδιά τους. Τους κοίταζε και δεν τους έβλεπε. Μέχρι που τους σκότωσε ο Ορντήθ. Ο κοκαλιάρης ανθρωπάκος είχε ανέβει αρκετά στην εκτίμηση των αντρών ύστερα απ' αυτό. Αργότερα, ο Μπόρνχαλντ είχε θάψει βαθιά τα εγχειρίδια. Οι λεπίδες έμοιαζαν ατσάλινες, αλλά στην αφή ήταν σαν να ακουμπούσες λιωμένο μέταλλο. Όταν είχε πέσει πάνω τους η πρώτη φτυαριά χώμα, είχε ακουστεί ένα τσιτσίρισμα και είχαν υψωθεί ατμοί. «Πιστεύεις ότι ήθελαν εσένα;»
«Ω, ναι, Άρχοντα Μπόρνχαλντ. Εμένα. Ό,τι χρειαστεί για να με σταματήσουν. Η ίδια η Σκιά θέλει να με σταματήσει».
«Και πάλι αυτό δεν εξηγεί τους δολοφονημένους —»