Выбрать главу

«Ό,τι κάνω, πρέπει να το κάνω εν κρυπτώ». Ένας ψίθυρος, σχεδόν συριγμός. «Η Σκιά μπορεί να μπει στο νου των ανθρώπων για να με βρει, μπορεί να μπει στις σκέψεις και στα όνειρά τους. Θα ήθελες να πεθάνεις σ' ένα όνειρο; Μπορεί να συμβεί».

«Είσαι... τρελός».

«Λύσε μου τα χέρια και θα σου φέρω τον Πέριν Αϋμπάρα. Αυτό απαιτούν οι διαταγές του Πέντρον Νάιαλ. Λύσε μου τα χέρια και θα φέρω στα δικά σου χέρια τον Πέριν Αϋμπάρα».

Ο Μπόρνχαλντ έμεινε σιωπηλός για αρκετή ώρα. «Δεν θέλω να σε βλέπω», είπε τελικά. «Βγες έξω».

Όταν έφυγε ο Ορντήθ, ένα τρέμουλο έπιασε τον Μπόρνχαλντ. Τι δουλειά είχε ο Άρχοντας Διοικητής μ' αυτό τον άνθρωπο; Αλλά αν του έφερνε τον Αϋμπάρα... Πέταξε τα γάντια κάτω και έψαξε τα πράγματά του. Κάπου είχε ένα φλασκί με μπράντυ.

Ο άνθρωπος που αποκαλούσε τον εαυτό του Ορντήθ, ο οποίος μάλιστα μερικές φορές σκεφτόταν τον εαυτό του ως Ορντήθ, χώθηκε ανάμεσα στις σκηνές των Τέκνων του Φωτός, παρακολουθώντας με επιφυλακτικό βλέμμα τους άντρες με τους λευκούς μανδύες. Ήταν χρήσιμα εργαλεία, ανίδεα εργαλεία, μα δεν ήταν να τους εμπιστεύεται. Ειδικά τον Μπόρνχαλντ· αυτόν μάλλον έπρεπε να τον ξεφορτωθεί, αν γινόταν πολύ ενοχλητικός. Πιο εύκολα θα χειραγωγούσε τον Μπάυαρ. Αλλά όχι ακόμα. Υπήρχαν άλλα ζητήματα σημαντικότερα. Κάποιοι στρατιώτες ένευαν με σεβασμό καθώς περνούσε. Τους έδειχνε τα δόντια του, με μια έκφραση που την περνούσαν για φιλικό χαμόγελο. Εργαλεία και λεία.

Τα μάτια του έπεσαν πεινασμένα στη σκηνή των αιχμαλώτων. Αυτοί μπορούσαν να περιμένουν. Για λίγο ακόμα. Λιγάκι ακόμα. Στο κάτω-κάτω, ήταν απλώς μεζεδάκια. Δόλωμα. Έπρεπε να έχει δείξει αυτοσυγκράτηση στη φάρμα των Αϋμπάρα, όμως ο Κον Αϋμπάρα του είχε γελάσει κατάμουτρα και η Τζόσλυν τον είχε πει ανόητο με βρωμερό μυαλό, επειδή είχε αποκαλέσει Σκοτεινόφιλο το γιο της. Είχαν πάρει το μάθημά τους καθώς ούρλιαζαν, καθώς καίγονταν. Ασυναίσθητα, χαχάνισε χαμηλόφωνα. Μεζεδάκια.

Ένιωθε έναν απ' αυτούς που μισούσε εκεί πέρα, νότια, προς το Πεδίο του Έμοντ. Ποιος ήταν; Δεν είχε σημασία. Ο μόνος πραγματικά σημαντικός ήταν ο Ραντ αλ'Θόρ. Αν τούτος εκεί ήταν ο αλ'Θόρ, θα το ήξερε. Οι φήμες ακόμα δεν τον είχαν τραβήξει εδώ, μα θα τον έφερναν. Ο Ορντήθ ρίγησε από λαχτάρα. Έπρεπε να έρθει. Σίγουρα θα είχαν περάσει κι άλλες ιστορίες από τους φρουρούς του Μπόρνχαλντ στο Τάρεν Φέρυ, κι άλλες αναφορές για το ρήμαγμα των Δύο Ποταμών, που θα έφταναν στα αφτιά του Ραντ αλ'Θόρ και θα του έκαιγαν το νου. Πρώτα ο αλ'Θόρ, ύστερα ο Πύργος, γι' αυτά που του είχαν κλέψει. Θα αποκτούσε όσα ήταν δικαιωματικά δικά του.

Όλα δούλευαν σαν καλοκουρδισμένο ρολόι, ακόμα και με τον Μπόρνχαλντ να τους πιέζει, μέχρι τη στιγμή που είχε εμφανιστεί αυτός ο καινούριος, με τους Φαιούς του. Ο Ορντήθ πέρασε τα κοκαλιάρικα χέρια του μέσα από τα λιγδερά μαλλιά του. Γιατί δεν μπορούσαν τουλάχιστον να του ανήκουν τα όνειρά του; Δεν ήταν πια μαριονέτα, να τον χορεύουν οι Μυρντράαλ και οι Αποδιωγμένοι, ο ίδιος ο Σκοτεινός. Τώρα αυτός κινούσε τα νήματα. Δεν μπορούσαν να τον σταματήσουν, δεν μπορούσαν να τον σκοτώσουν.

«Τίποτα δεν μπορεί να με σκοτώσει», μουρμούρισε βλοσυρά. «Δεν με σκοτώνουν εμένα. Έχω επιζήσει από τους Πολέμους των Τρόλοκ». Ή τουλάχιστον είχε επιζήσει ένα μέρος του. Γέλασε στριγκά, άκουσε την τρέλα στο κακάρισμά του, καταλαβαίνοντάς τη χωρίς να τον νοιάζει.

Ένας νεαρός Λευκομανδίτης αξιωματικός τον κοίταξε σμίγοντας τα φρύδια. Αυτή τη φορά τα γυμνωμένα χείλη του Ορντήθ δεν έμοιαζαν καθόλου με χαμόγελο και το παλικάρι με το χνούδι στα μάγουλα τινάχτηκε. Ο Ορντήθ συνέχισε με ένα συρτό, βαρύ βήμα.

Μύγες βούιζαν γύρω από τις δικές του σκηνές και σκοτεινά, καχύποπτα μάτια γύρισαν αλλού, για να μην αντικρίσουν τα δικά του. Εδώ οι λευκοί μανδύες ήταν λερωμένοι. Μα τα σπαθιά ήταν κοφτερά και η υπακοή ακαριαία και δίχως αντιρρήσεις. Ο Μπόρνχαλντ νόμιζε ότι αυτοί οι άντρες ήταν ακόμα δικοί του. Κι ο Πέντρον Νάιαλ το ίδιο πίστευε, ότι ο Ορντήθ ήταν το μερωμένο αγρίμι του. Ανόητοι.

Ο Ορντήθ παραμέρισε την πόρτα της σκηνής του και μπήκε μέσα για να εξετάσει τον αιχμάλωτό του, που ήταν τεντωμένος ανάμεσα σε δύο πασσάλους αρκετά χοντρούς για να κρατήσουν άμαξα με τα άλογά της. Η γερή, ατσάλινη αλυσίδα δονήθηκε όταν την έλεγξε, όμως είχε υπολογίσει πόσο χρειαζόταν και είχε βάλει το διπλό. Πάλι καλά. Αν είχε χρησιμοποιήσει μια θηλιά λιγότερη, αυτοί οι δυνατοί, ατσάλινοι κρίκοι θα είχαν σπάσει.

Μ' έναν αναστεναγμό κάθισε στην άκρη του κρεβατιού του. Οι λάμπες ήταν ήδη αναμμένες, περισσότερες από δώδεκα, και δεν άφηναν πουθενά να πέσει σκιά. Η σκηνή μέσα ήταν ολόφωτη, σαν να ήταν μεσημέρι. «Μήπως σκέφτηκες την πρόταση μου; Αποδέξου την και φεύγεις ελεύθερος. Αρνήσου όμως... Ξέρω πώς να σας πονέσω, το σινάφι σου. Μπορώ να σε κάνω να ουρλιάζεις μέσα σε έναν ατέλειωτο θάνατο. Πεθαίνοντας δίχως τέλος, ουρλιάζοντας δίχως τέλος».