Выбрать главу

Οι αλυσίδες σιγομουρμούρισαν μ' ένα απότομο τράβηγμα· οι πάσσαλοι, που ήταν χωμένοι βαθιά στο χώμα, έτριξαν. «Πολύ καλά». Η φωνή του Μυρντράαλ ήταν σαν ξερό φιδοπουκάμισο που τριβόταν. «Δέχομαι. Ελευθέρωσέ με».

Ο Ορντήθ χαμογέλασε. Τον περνούσε για ηλίθιο. Θα του έδινε ένα μάθημα. Θα έδινε σε όλους ένα μάθημα. «Πρώτα, το θέμα του... ας πούμε της συμφωνίας και της συναίνεσης».

Συνέχισε να μιλά κι ο Μυρντράαλ άρχισε να ιδρώνει.

32

Ερωτήσεις Που Πρέπει Να Γίνουν

«Σε λίγο θα πρέπει να ξεκινήσουμε για το Λόφο της Σκοπιάς», ανακοίνωσε η Βέριν το επόμενο πρωί, όταν η αυγή μόλις είχε πάρει να ροδίζει τον ουρανό, «γι' αυτό μη χασομεράτε». Ο Πέριν, που έτρωγε κρύο πόριτζ, οήκωσε τα μάτια και αντάμωσε ένα αταλάντευτο βλέμμα· η Άες Σεντάι δεν σήκωνε κουβέντα. «Μη νομίζεις ότι θα σε βοηθήσω να κάνεις τίποτα ανόητο. Βλέπω τι κατεργαράκος είσαι. Σε μένα δεν περνούν αυτά», συνέχισε σκεφτική ύστερα από λίγο.

Ο Ταμ και ο Άμπελ κοντοστάθηκαν με το κουτάλι κοντά στο στόμα κι αντάλλαξαν έκπληκτες ματιές· προφανώς, ως τώρα έπαιρναν αυτοί το δρόμο τους και οι Άες Σεντάι το δικό τους; Ύστερα από λίγο συνέχισαν να τρώνε, σμίγοντας τα φρύδια συλλογισμένα. Αν είχαν αντιρρήσεις, δεν τις ανέφεραν. Ο Τόμας, πάντως, που είχε ήδη καταχωνιάσει το μανδύα Προμάχου στα σακίδιά του, τους κοίταξε —όπως και τον Πέριν― με σκληρό βλέμμα, σαν να περίμενε αντιρρήσεις και να ήταν έτοιμος να τις καταπνίξει. Οι Πρόμαχοι έκαναν ό,τι χρειαζόταν για να γίνει αυτό που ήθελε η Άες Σεντάι τους.

Σίγουρα η Βέριν ήθελε να ανακατευτεί στις δουλειές τους, φυσικά —έτσι έκαναν πάντα οι Άες Σεντάι― αλλά ο Πέριν προτιμούσε να την έχει μπροστά στα μάτια του, παρά πίσω από την πλάτη του. Ήταν σχεδόν αδύνατο να αποφύγεις κάθε ανάμιξη με τις Άες Σεντάι, όταν ήθελαν να χώσουν τη μύτη τους· ο μόνος τρόπος ήταν να τις εκμεταλλευτείς ενόσω σε εκμεταλλεύονταν, να τις παρακολουθείς και να είσαι έτοιμος να το σκάσεις, αν αποφάσιζαν να σε ρίξουν σε τρύπα λαγού σαν νυφίτσα, όπως ήταν ένας τρόπος κυνηγιού. Καμιά φορά, η τρύπα του λαγού ήταν φωλιά ασβού, κάτι που δεν ήταν καθόλου ευχάριστο για τη νυφίτσα.

«Μετά χαράς να έρθεις κι εσύ», είπε στην Αλάνα, όμως εκείνη του έριξε μια παγωμένη ματιά, που τον έκανε να μαρμαρώσει επιτόπου. Δεν είχε καταδεχτεί το πόριτζ και στεκόταν σε ένα από τα σαβανωμένα με κληματσίδες παράθυρα, κοιτάζοντας μέσα από τη σίτα που σχημάτιζαν οι φυλλωσιές.

Δεν ήξερε αν της είχαν αρέσει τα σχέδιά του για την αποστολή αναγνώρισης. Ήταν σχεδόν αδύνατο να διαβάσεις την έκφρασή της. Οι Άες Σεντάι υποτίθεται ότι ήταν η προσωποποίηση της αταραξίας και το ίδιο συνέβαινε με την Αλάνα, όμως μερικές φορές ξεσπούσε με φλογερά νεύρα ή απροσδόκητο χιούμορ εκεί που δεν το περίμενες, σαν αστραπή που τη μια στιγμή κροτάλιζε και την επομένη είχε χαθεί. Μερικές φορές τον κοίταζε με έναν τρόπο που, αν δεν ήταν Άες Σεντάι, ο Πέριν θα πίστευε ότι τον θαύμαζε. Άλλες φορές του φαινόταν ότι τον έβλεπε σαν πολύπλοκο μηχανισμό, που ήθελε να τον αποσυναρμολογήσει για να καταλάβει πώς λειτουργούσε. Ακόμα και η Βέριν ήταν προτιμότερη· συνήθως ήταν απλώς αδύνατο να την καταλάβεις. Μπορεί ώρες-ώρες να τον τάραζε αυτό, τουλάχιστον όμως δεν ήταν αναγκασμένος να αναρωτιέται αν ήξερε πώς μπαίνουν τα κομμάτια μαζί.

Μακάρι να μπορούσε να κάνει τη Φάιλε να μείνει εκεί ― όχι ότι ήθελε να την αφήσει πίσω, απλώς την προστάτευε από Λευκομανδίτες― αλλά εκείνη είχε πάρει μια πεισματάρικη έκφραση και τα γερτά μάτια της είχαν ένα επικίνδυνο φως. «Ανυπομονώ να δω τα μέρη σου. Ο πατέρας μου έχει πρόβατα». Ο τόνος της ήταν αποφασισμένος· θα έμενε εκεί μόνο αν την έδενε.

Παραλίγο να το σκεφτεί σοβαρά. Αλλά ο κίνδυνος από τους Λευκομανδίτες σίγουρα δεν θα ήταν τόσο μεγάλος· σήμερα ο Πέριν σκόπευε απλώς να ρίξει μια ματιά. «Νόμιζα ότι ήταν έμπορος», της είπε.

«Έχει και πρόβατα». Κόκκινα στίγματα άνθισαν στα μάγουλα της· μπορεί ο πατέρας της να ήταν φτωχός, να μην ήταν καν έμπορος. Ο Πέριν δεν καταλάβαινε γιατί η Φάιλε ήθελε να υποκρίνεται πως δεν ήταν έτσι, αλλά αφού αυτό ήθελε, δεν θα τη σταματούσε. Πάντως, ασχέτως του αν ένιωθε ντροπή ή όχι, το πείσμα της δεν υποχωρούσε.

Αυτός θυμήθηκε τη μέθοδο του αφέντη Κώθον. «Δεν ξέρω τι θα δεις. Σε κάποιες φάρμες μπορεί να κουρεύουν τα πρόβατα. Μάλλον δεν είναι διαφορετικά απ' αυτά που κάνει ο πατέρας σου. Όπως και να έχει, θα χαρώ να είμαστε παρέα». Η έκπληκτη έκφραση στο πρόσωπό της Φάιλε, όταν κατάλαβε ότι ο Πέριν δεν θα της έφερνε αντιρρήσεις, άξιζε την ανησυχία που ένιωθε μέσα του επειδή θα ερχόταν μαζί του. Σαν να τα έλεγε σωστά ο Άμπελ.