Выбрать главу

Ο Λόιαλ ήταν άλλη υπόθεση.

«Μα θέλω να έρθω», διαμαρτυρήθηκε ο Ογκιρανός, όταν του είπε ότι δεν μπορούσε να πάει. «Θέλω να βοηθήσω, Πέριν».

«Θα είσαι σαν τη μύγα μες στο γάλα, αφέντη Λόιαλ», είπε ο Άμπελ. «Θέλουμε όσο γίνεται να αποφύγουμε να τραβήξουμε την προσοχή», πρόσθεσε ο Ταμ. Τα αφτιά του Λόιαλ κρέμασαν μελαγχολικά.

Ο Πέριν τον πήρε κατά μέρος, όσο πιο μακριά από τους άλλους γινόταν στο δωμάτιο. Τα πυκνά μαλλιά του Λόιαλ άγγιζαν τα δοκάρια της στέγης και ο Πέριν του έκανε νόημα να σκύψει. Ο Πέριν χαμογέλασε, σαν να ήθελε να τον μαλακώσει. Έλπισε να πίστευαν αυτό ακριβώς οι υπόλοιποι.

«Θέλω να έχεις το νου σου στην Αλάνα», είπε σχεδόν ψιθυριστά. Ο Λόιαλ τινάχτηκε και ο Πέριν έπιασε τον Ογκιρανό από το μανίκι, συνεχίζοντας να χαμογελά σαν βλάκας. «Χαμογέλα, Λόιαλ. Δεν μιλάμε για τίποτα σημαντικό, έτσι δεν είναι;» Ο Ογκιρανός κατάφερε να σκάσει ένα δειλό χαμόγελο. Από το τίποτα, καλό ήταν κι αυτό. «Οι Άες Σεντάι κάνουν ό,τι κάνουν για τους δικούς τους λόγους, Λόιαλ». Που μπορεί να ήταν αυτό που περίμενες λιγότερο απ' όλα, ή να μην είχε καμία σχέση με ό,τι πίστευες. «Ποιος ξέρει τι μπορεί να σκεφτεί; Με περίμεναν αρκετές εκπλήξεις από τότε που σηκώθηκα να έρθω σπίτι και δεν θέλω άλλες. Δεν περιμένω να τη σταματήσεις, μόνο να προσέξεις οτιδήποτε ασυνήθιστο».

«Σ' ευχαριστώ γι' αυτό», μουρμούρισε πικρόχολα ο Λόιαλ, ενώ τα αφτιά του τινάζονταν. «Δεν πιστεύεις ότι θα ήταν καλύτερα να αφήσεις τις Άες Σεντάι να κάνουν ό,τι θέλουν;» Γι' αυτόν δεν ήταν δύσκολο να πει κάτι τέτοιο· οι Άες Σεντάι δεν μπορούσαν να διαβιβάσουν σε στέντιγκ Ογκιρανών. Ο Πέριν απλώς έμεινε να τον κοιτάζει και ύστερα από λίγο ο Ογκιρανός αναστέναξε. «Μάλλον όχι. Πολύ καλά, λοιπόν. Δεν μπορώ να πω ότι δεν έχει... ενδιαφέρον να είναι κανείς κοντά σου». Ίσιωσε το σώμα του, έτριψε με το χοντρό του δάχτυλο την περιοχή κάτω από τη μύτη του και μίλησε στους άλλους. «Μάλλον θα τραβώ τα βλέμματα. Τέλος πάντων, θα έχω λίγο χρόνο να δουλέψω τις σημειώσεις μου. Μέρες έχω να ασχοληθώ με το βιβλίο μου».

Η Βέριν και η Αλάνα αντάλλαξαν μια δυσανάγνωστη ματιά και ύστερα γύρισαν και κάρφωσαν τον Πέριν με τα μάτια. Δεν υπήρχε ο παραμικρός τρόπος να καταλάβεις τι σκέφτονταν.

Τα ζώα φόρτου φυσικά έπρεπε να τα αφήσουν πίσω. Σίγουρα θα προκαλούσαν σχόλια, κουβέντες για μεγάλα ταξίδια· ακόμα και όταν όλα πήγαιναν καλά, κανένας στους Δύο Ποταμούς δεν ταξίδευε μακριά από το σπίτι του. Η Αλάνα είχε ένα ικανοποιημένο, αμυδρό χαμόγελο στο πρόσωπο καθώς τους παρακολουθούσε να σελώνουν τα άλογά τους, πιστεύοντας, χωρίς αμφιβολία, ότι τα ζώα και τα καλαμοκάλαθα τον έδεναν σε εκείνο το παλιό αναρρωτήριο, στην ίδια και τη Βέριν. Την περίμενε μια έκπληξη, αν η κατάσταση εξελισσόταν έτσι. Από τότε που είχε φύγει από την πατρίδα του, τα είχε βγάλει πέρα πολλές φορές με μόνα εφόδια ό,τι είχε στη σέλα του. Για την ακρίβεια, τα είχε βγάλει πέρα με ό,τι είχε στο θύλακο της ζώνης του και στις τσέπες του σακακιού του.

Έσφιξε την ίγγλα του Γοργοπόδη, μετά ορθώθηκε και τινάχτηκε απότομα. Η Βέριν τον παρακολουθούσε με μια έκφραση κατανόησης, καθόλου αόριστη, σαν να ήξερε τι σκεφτόταν ο Πέριν και αυτό να τη διασκέδαζε. Ήταν ήδη άσχημο που έκανε το ίδιο πράγμα η Φάιλε, αλλά από μια Άες Σεντάι ήταν εκατό φορές χειρότερο. Φαινόταν, όμως, να την μπερδεύει το σφυρί που είχε δέσει ο Πέριν με την κουβέρτα και τα σακίδια της σέλας του. Χάρηκε που υπήρχε κάτι που την μπέρδευε. Από την άλλη μεριά, όμως, θα προτιμούσε να μην της κινεί το ενδιαφέρον. Τι το συναρπαστικό μπορεί να έβρισκε σ' ένα σφυρί μια Άες Σεντάι;

Μιας και είχαν να σελώσουν μόνο τα άλογα που θα ίππευαν, δεν άργησαν να ετοιμαστούν. Η Βέριν είχε ένα καφέ μουνούχι δίχως τίποτα το ιδιαίτερο, που σε ένα αγύμναστο μάτι ήταν απλό κι ασήμαντο όσο και τα ρούχα της, όμως είχε φαρδύ στέρνο και γερά καπούλια, το οποίο σήμαινε ότι είχε την ίδια αντοχή με τον ψαρή του Πρόμαχου, που ήταν ψηλός και λεπτός με φλόγα στα μάτια. Ο Γοργοπόδης ρουθούνισε προς τον άλλο επιβήτορα, ώσπου ο Πέριν του χάιδεψε το λαιμό. Το γκρίζο άλογο ήταν πιο πειθαρχημένο ― και εξίσου ετοιμοπόλεμο. Ο Πρόμαχος κουμαντάριζε το άλογό του τόσο με τα χαλινάρια όσο και με τα γόνατά του, και οι δύο έμοιαζαν να είναι ένα.

Ο αφέντης Κώθον κοίταζε με ενδιαφέρον το άλογο του Τόμας —σ' αυτά τα μέρη, ο κόσμος δεν έβλεπε συχνά άλογα γυμνασμένα για πόλεμο― όμως το άλογο της Βέριν κέρδισε το επιδοκιμαστικό βλέμμα του από την πρώτη στιγμή. Ο Άμπελ ήταν από τους καλύτερους κριτές αλόγων στους Δύο Ποταμούς. Σίγουρα αυτός είχε διαλέξει τα άλογα με το τραχύ τρίχωμα, τα οποία καβαλούσαν αυτός και ο αφέντης αλ'Θόρ· δεν ήταν τόσο ψηλά όσο τα άλλα άλογα, όμως ήταν δυνατά και είχαν δρασκέλισμα που έδειχνε ταχύτητα και αντοχή.