Выбрать главу

Οι τρεις Αελίτες προχώρησαν μπροστά όταν η ομάδα ξεκίνησε προς το βορρά, με μεγάλα βήματα, που γρήγορα τους βοήθησαν να χαθούν στο δάσος, ενώ οι σκιές του πρωινού ήταν έντονες και μακριές στη λαμπρότητα της ανατολής. Αραιά και πού φαίνονταν φευγαλέα κάτι γκρίζα και καφετιά χρώματα ανάμεσα στα δέντρα, μάλλον σκοπίμως, για να δείχνουν στους άλλους πού βρίσκονταν. Ο Ταμ και ο Άμπελ ήταν επικεφαλής, με τα τόξα στα ψηλά μπροστάρια των σελών τους, ο Πέριν και η Φάιλε έρχονταν από πίσω και η Βέριν με τον Τόμας αποτελούσαν την οπισθοφυλακή.

Ο Πέριν δεν ένιωθε ευχάριστα με το βλέμμα της Βέριν στη ράχη του. Το ένιωθε καρφωμένο ανάμεσα στις ωμοπλάτες του. Αναρωτήθηκε αν η Βέριν ήξερε για τους λύκους. Να μια στενόχωρη σκέψη. Υποτίθεται ότι οι Καφέ αδελφές ήξεραν πράγματα που αγνοούσαν τα υπόλοιπα Άτζα, είχαν γνώσεις ξεχασμένες, αρχαίες. Ίσως να ήξερε κι αυτό, πώς ο Πέριν μπορούσε να μη χάσει τον εαυτό του, να μη χάσει στους λύκους το ανθρώπινο στοιχείο του. Αν δεν έβρισκε τον Ιλάυας Ματσίρα, ίσως η Βέριν να ήταν η μόνη του ελπίδα. Το μόνο που έπρεπε να κάνει ήταν να την εμπιστευτεί. Ό,τι κι αν ήξερε η Βέριν, μάλλον θα το χρησιμοποιούσε, σίγουρα για να βοηθήσει το Λευκό Πύργο, πιθανότατα για να βοηθήσει τον Ραντ. Το άσχημο ήταν ότι, βοηθώντας τον Ραντ, δεν σήμαινε ότι το αποτέλεσμα θα ήταν αυτό που ήθελε ο Πέριν τώρα. Όλα θα ήταν απλούστατα χωρίς τις Άες Σεντάι.

Προχωρούσαν μέσα στη σιωπή, με εξαίρεση τους ήχους του δάσους ― τους σκίουρους, τους δρυοκολάπτες και κάποια αραιά κελαηδίσματα. Κάποια στιγμή η Φάιλε κοίταξε πίσω. «Δεν θα σε πειράξει», του είπε και ο απαλός τόνος της ερχόταν σε αντίθεση με τη φλόγα στα μαύρα μάτια της.

Ο Πέριν βλεφάρισε. Η Φάιλε σκόπευε να τον προστατεύσει. Από τις Άες Σεντάι. Δεν θα την καταλάβαινε ποτέ, δεν ήξερε τι να περιμένει απ' αυτήν. Η Φάιλε τον μπέρδευε όσο και οι Άες Σεντάι.

Βγήκαν από το Δυτικό Δάσος περίπου τέσσερα ή πέντε μίλια βόρεια του Πεδίου του Έμοντ, ενώ ο ήλιος είχε ξεπροβάλει ένα δάχτυλο πάνω από τα δέντρα στα ανατολικά. Υπήρχαν σκόρπιες συστάδες δέντρων ανάμεσα στο σημείο που βρίσκονταν τώρα και στο κοντινότερα περιφραγμένα χωράφια, που είχαν κριθάρι, βρώμη, ταμπάκ και ψηλό χορτάρι για σανό. Για έναν παράξενο λόγο δεν φαινόταν κανείς και δεν υψώνονταν καπνοί από τις καμινάδες των αγροικιών πέρα από τα χωράφια. Ο Πέριν ήξερε τους ανθρώπους που ζούσαν εκεί, ήταν οι αλ'Λόρα σε δύο σπίτια και οι Μπαρτσίρ στα υπόλοιπα. Εργατικοί άνθρωποι. Αν υπήρχε κόσμος σε εκείνα τα σπίτια, θα είχαν αρχίσει από πολλή ώρα τις δουλειές τους. Ο Γκαούλ του κούνησε το χέρι από την άκρη μιας συστάδας και ύστερα χάθηκε στα δέντρα.

Ο Πέριν πλησίασε με τον Γοργοπόδη τον Ταμ και τον Άμπελ. «Μήπως πρέπει να κρυβόμαστε όσο γίνεται; Έξι καβαλάρηδες δεν περνούν απαρατήρητοι». Αυτοί συνέχισαν με τα άλογα σε ήρεμο βηματισμό.

«Δεν είναι τόσο πολλοί εδώ για να μας προσέξουν, παλικάρι μου», αποκρίθηκε ο αφέντης αλ'Θόρ, «αρκεί να μην πλησιάσουμε το Βόρειο Δρόμο. Οι περισσότερες φάρμες έχουν εγκαταλειφθεί, απ' αυτές που είναι κοντά στα δάση. Πάντως κανένας δεν ταξιδεύει μοναχός αυτές τις μέρες, όταν είναι να πάει μακριά από το σπίτι του. Τώρα πια, δέκα άνθρωποι μαζεμένοι δεν είναι κάτι που του ρίχνεις δεύτερη ματιά, αν και οι περισσότεροι πάνε με κάρο, όταν είναι να πάνε κάπου».

«Κι έτσι ακόμα, θα κοντεύει να σκοτεινιάσει όταν φτάσουμε στο Λόφο της Σκοπιάς», είπε ο αφέντης Κώθον, «πού και να πάμε από τα δάση. Από το δρόμο θα ήταν λίγο πιο γρήγορα, αλλά εκεί είναι πιθανότερο να συναντήσουμε Λευκομανδίτες. Πιθανότερο να μας καταδώσει κανείς για την αμοιβή».

Ο Ταμ ένευσε. «Αλλά έχουμε φίλους και σ' αυτά τα μέρη. Λέμε να σταματήσουμε στη φάρμα του Τζιακ αλ'Σήν κατά το μεσημεράκι για να ξεκουραστούν λίγο τα άλογα και να ξεμουδιάσουμε. Θα φτάσουμε στο Λόφο της Σκοπιάς όσο έχει ακόμα φως για να βλέπουμε».

«Θα έχει αρκετό φως», είπε αφηρημένα ο Πέριν· γι' αυτόν υπήρχε πάντα αρκετό φως. Γύρισε στη σέλα, για να κοιτάξει τις αγροικίες πίσω. Ήταν εγκαταλειμμένες, όχι καμένες, και απ' όσο μπορούσε να διακρίνει, δεν τις είχε λεηλατήσει κανείς. Στα παράθυρα ακόμα κρέμονταν κουρτίνες. Τα παράθυρα ήταν άθικτα. Τους Τρόλοκ τους άρεσε να σπάνε πράγματα και τα άδεια σπίτια ήταν πρόκληση. Ανάμεσα στα κριθάρια και τη βρώμη ψήλωναν αγριόχορτα, όμως τα χωράφια δεν είχαν τσαλαπατηθεί. «Έχουν επιτεθεί οι Τρόλοκ στο χωριό καθαυτό;»

«Όχι», είπε με έναν τόνο ευγνωμοσύνης ο αφέντης Κώθον. «Δεν θα καλοπερνούσαν αν έρχονταν. Οι άνθρωποι έμαθαν να έχουν τα μάτια τέσσερα μετά την περασμένη Νύχτα του Χειμώνα. Υπάρχει ένα τόξο πλάι σε κάθε πόρτα, καθώς και δόρατα και τα σχετικά. Επίσης, οι Λευκομανδίτες κατεβάζουν περίπολα στο Πεδίο του Έμοντ κάθε λίγες μέρες. Δεν μου αρέσει που το παραδέχομαι, αλλά έχουν απωθήσει τους Τρόλοκ».