Выбрать главу

Ο Πέριν κούνησε το κεφάλι. «Έχετε ιδέα πόσοι Τρόλοκ υπάρχουν;»

«Κι ένας μόνο, πολύς είναι», μούγκρισε ο Άμπελ.

«Μπορεί καμιά διακοσαριά», είπε ο Ταμ. «Μπορεί και παραπάνω. Μάλλον παραπάνω». Ο αφέντης Κώθον φάνηκε να ξαφνιάζεται. «Για σκέψου το, Άμπελ. Δεν ξέρω πόσους σκότωσαν οι Λευκομανδίτες, αλλά οι Πρόμαχοι ισχυρίζονται ότι αυτοί και οι Άες Σεντάι ξέκαναν καμιά πενηνταριά, καθώς και δύο Ξέθωρους. Αλλά δεν λιγόστεψαν έτσι οι πυρκαγιές σε σπίτια που μαθαίνουμε. Νομίζω ότι πρέπει να είναι περισσότεροι, αλλά κάνε το λογαριασμό μόνος σου». Ο άλλος ένευσε στενοχωρημένος.

«Τότε πώς και δεν επιτέθηκαν στο Πεδίο του Έμοντ;» ρώτησε ο Πέριν. «Αν έρχονταν διακόσιοι ή τριακόσιοι μέσα στη νύχτα, θα έκαιγαν όλο το χωριό και μέχρι να μάθουν το νέο οι Λευκομανδίτες πάνω στο Λόφο της Σκοπιάς, θα είχαν φύγει. Και θα τους ήταν ακόμα ευκολότερο να χτυπήσουν το Ντέβεν Ράιντ. Είπες ότι οι Λευκομανδίτες δεν κατεβαίνουν ως εκεί κάτω».

«Τύχη», μουρμούρισε ο Άμπελ, μα ήταν συλλογισμένος. «Αυτό είναι. Ήμασταν τυχεροί. Τι άλλο μπορεί να είναι; Τι θες να πεις, αγόρι μου;»

«Αυτό που θέλει να πει», είπε η Φάιλε πλησιάζοντας δίπλα τους, «είναι ότι πρέπει να υπάρχει κάποιος λόγος». Η Σουώλοου ήταν τόσο ψηλότερη από τα άλογα των Δύο Ποταμών, που η Φάιλε μπορούσε να κοιτάζει τον Ταμ και τον Άμπελ ίσια στα μάτια, και τους κοίταξε με σιγουριά. «Είδα τι συμβαίνει μετά τις επιθέσεις των Τρόλοκ στη Σαλδαία. Ό,τι δεν καίνε το λεηλατούν, σκοτώνουν ή παίρνουν μαζί τους ανθρώπους και ζώα, οτιδήποτε έχει μείνει αφύλαχτο. Τις άσχημες χρονιές εξαφανίζονται ολόκληρα χωριά. Αναζητούν τα πιο αδύναμα σημεία, τα μέρη που μπορούν να σκοτώσουν τους περισσότερους. Ο πατέρας μου —» Δάγκωσε τη γλώσσα της, πήρε μια βαθιά ανάσα και συνέχισε. «Ο Πέριν είδε αυτό που έπρεπε να έχετε δει εσείς». Του άστραψε ένα περήφανο χαμόγελο. «Για μην έχουν επιτεθεί οι Τρόλοκ στα χωριά σας, θα έχουν κάποιο λόγο».

«Το σκέφτηκα», είπε χαμηλόφωνα ο Ταμ, «αλλά δεν μπορούσα να καταλάβω γιατί. Μέχρι να το μάθουμε, μια απάντηση είναι η τύχη».

«Ίσως να είναι δόλωμα», είπε η Βέριν καθώς ερχόταν κοντά τους. Ο Τόμας ήταν λίγο πιο πίσω και τα μαύρα μάτια του έψαχναν την περιοχή που διέσχιζαν, με βλέμμα ανελέητο σαν Αελίτη. Ο Πρόμαχος παρακολουθούσε επίσης και τον ουρανό· υπήρχε πάντα η πιθανότητα να εμφανιστεί κάποιο κοράκι. Το βλέμμα της Βέριν, χωρίς να σταματήσει σχεδόν καθόλου, πέρασε από τον Πέριν στους δύο άλλους. «Τα νέα για διαρκή προβλήματα, τα νέα για τους Τρόλοκ, θα τραβήξουν την προσοχή στους Δύο Ποταμούς. Το Άντορ σίγουρα θα στείλει στρατιώτες και ίσως και οι άλλες χώρες, όταν μάθουν ότι υπάρχουν Τρόλοκ τόσο χαμηλά στο νότο. Αυτό, φυσικά, αν τα Τέκνα επιτρέπουν τα νέα να βγαίνουν παραέξω. Υποθέτω ότι οι Φρουροί της Βασίλισσας Μοργκέις δεν θα χαρούν βρίσκοντας είτε Λευκομανδίτες, είτε Τρόλοκ».

«Πόλεμος», μουρμούρισε ο Άμπελ. «Μπορεί να είναι άσχημη η κατάσταση που έχουμε, αλλά εσύ μιλάς για πόλεμο».

«Μπορεί να είναι έτσι», είπε η Βέριν με έναν κατευναστικό τόνο. «Μπορεί». Έσμιξε τα φρύδια με μια απασχολημένη έκφραση, έβγαλε από το θύλακο της μια ατσάλινη πένα κι ένα μικρό βιβλιαράκι ντυμένο με ύφασμα, και μετά άνοιξε μια μικρή, δερμάτινη θήκη στη ζώνη της, που είχε ένα μελανοδοχείο και ένα βαζάκι με άμμο. Σκούπισε αφηρημένα την πένα στο μανίκι της και άρχισε να γράφει στο βιβλίο, παρά τη δυσκολία του να γράφεις πάνω σε άλογο που προχωρά. Έδειχνε να μην αντιλαμβάνεται την ανησυχία που ίσως είχε προκαλέσει. Μπορεί πραγματικά να μην την αντιλαμβανόταν.

Ο αφέντης Κώθον μουρμούριζε «πόλεμος», απορώντας, μέσα από τα δόντια του, ενώ η Φάιλε ακούμπησε παρηγορητικά το μπράτσο του Πέριν με θλιμμένο βλέμμα.

Ο αφέντης αλ'Θόρ απλώς μούγκρισε· είχε βρεθεί σε πόλεμο, έτσι είχε ακούσει ο Πέριν, αν και όχι πού ή πώς ακριβώς. Ήξερε απλώς ότι ήταν κάπου έξω από τους Δύο Ποταμούς, είχε φύγει παλικάρι και είχε επιστρέψει χρόνια αργότερα με σύζυγο και ένα παιδί, τον Ραντ. Ελάχιστοι Δυποταμίτες έφευγαν ποτέ. Ο Πέριν αμφέβαλε αν ήξερε κανείς τους τι στ' αλήθεια ήταν ο πόλεμος, εκτός από τα όσα άκουγαν από τους πραματευτές ή τους εμπόρους και τους σωματοφύλακές τους και τους οδηγούς των αμαξών τους. Αυτός όμως ήξερε. Είχε δει πόλεμο στο Τόμαν Χεντ. Ο Άμπελ είχε δίκιο. Μπορεί να ήταν άσχημη η κατάσταση, αλλά δεν έμοιαζε καθόλου με πόλεμο.

Κράτησε την ψυχραιμία του. Μπορεί η Βέριν να είχε δίκιο. Ή μπορεί απλώς να ήθελε να δώσει ένα τέλος στις υποθέσεις τους. Αν οι Τρόλοκ, που λυμαίνονταν τους Δύο Ποταμούς, ήταν δόλωμα για κάποια παγίδα, τότε η παγίδα ήταν για τον Ραντ και η Άες Σεντάι σίγουρα το ήξερε. Αυτό ήταν ένα από τα προβλήματα με τις Άες Σεντάι· σε γέμιζαν «ίσως» και «μπορεί», ώσπου στο τέλος νόμιζες ότι σου είχαν πει ευθέως αυτό που εκείνες απλώς είχαν υπαινιχθεί, Ε, λοιπόν, αν οι Τρόλοκ —ή όποιος τους είχε στείλει, ίσως κάποιος Αποδιωγμένος;― ήθελαν να παγιδεύσουν τον Ραντ, τότε θα έπρεπε να αρκεστούν στον Πέριν —ένα σιδερά αντί για τον Αναγεννημένο Δράκοντα― και αυτός δεν σκόπευε να πιαστεί σε καμία παγίδα.