Выбрать главу

Προχωρούσαν σιωπηλά όλο το πρωί. Σ' αυτή την περιοχή τα αγροκτήματα ήταν σκορπισμένα αραιά και μερικές φορές τα χώριζε απόσταση ενός μιλίου, ή μεγαλύτερη. Όλα ήταν εγκαταλειμμένα, τα χωράφια είχαν πνιγεί στα χορτάρια, οι πόρτες των στάβλων ανοιγόκλειναν στο αεράκι. Μόνο ένα είχε καεί και εκεί δεν είχε απομείνει τίποτα, παρά μόνο οι καμινάδες, σαν δάχτυλα βουτηγμένα στην καπνιά, που υψώνονταν από τις στάχτες. Οι άνθρωποι που είχαν πεθάνει εκεί —οι Αγιέλιν, ξαδέρφια των άλλων που ζούσαν στο Πεδίο του Έμοντ― είχαν θαφτεί κάτω από τις αχλαδιές, πέρα από το σπίτι. Οι λίγοι που είχαν βρεθεί. Ο Πέριν ζόρισε αρκετά τον Άμπελ για να μιλήσει και ο Ταμ δεν άνοιξε καθόλου το στόμα του. Νόμιζαν ότι θα τον τάραζαν. Αυτός ήξερε τι έτρωγαν οι Τρόλοκ. Ό,τι ήταν κρέας. Χάιδεψε αφηρημένα το τσεκούρι του, ώσπου η Φάιλε του έπιασε το χέρι. Για κάποιο λόγο φαινόταν αναστατωμένη. Ο Πέριν νόμιζε ότι η Φάιλε τα ήξερε αυτά για τους Τρόλοκ.

Οι Αελίτες κατάφερναν να μένουν αθέατοι ακόμα και ανάμεσα στις συστάδες, εκτός κι αν ήθελαν να φανούν. Όταν ο Ταμ έστριψε ανατολικά, ο Γκαούλ και οι δύο Κόρες έστριψαν μαζί τους.

Όπως είχε προβλέψει ο αφέντης Κώθον, η φάρμα των αλ'Σήν φάνηκε όταν ο ήλιος βρισκόταν λίγο πριν από το πιο ψηλό σημείο του. Δεν φαινόταν γύρω άλλο αγρόκτημα, αν και στα βόρεια και τα ανατολικά υψώνονταν αραιά γκρίζοι καπνοί από καμινάδες. Γιατί έμεναν εδώ, έτσι απομονωμένοι; Αν έρχονταν Τρόλοκ, η μόνη ελπίδα τους θα ήταν αν τύχαινε να βρίσκονται κοντά εκείνη την ώρα οι Λευκομανδίτες.

Όσο ακόμα η αγροικία φαίνονταν μικρή στην απόσταση, ο Ταμ τράβηξε τα χαλινάρια και έκανε νόημα στους Αελίτες να πλησιάσουν, προτείνοντας να βρουν ένα μέρος για να περιμένουν, μέχρι αυτός και οι υπόλοιποι να φύγουν από τη φάρμα. «Για τον Άμπελ κι εμένα δεν θα πουν τίποτα», είπε, «αλλά όση καλή θέληση κι αν έχουν, θα τα ξεφουρνίσουν όλα, όταν δουν εσάς τους τρεις».

Και λίγα έλεγε, με τα παράξενα ρούχα που φορούσαν οι Αελίτες και τα δόρατά τους, καθώς και το γεγονός ότι οι δύο ήταν γυναίκες. Ο καθένας είχε ένα λαγό κρεμασμένο δίπλα στη φαρέτρα του, αν κι ο Πέριν δεν μπορούσε να καταλάβει πώς είχαν προλάβει να κυνηγήσουν, ενώ ταυτόχρονα προπορεύονταν. Κι εκτός αυτού, έδειχναν λιγότερο κουρασμένοι από τα άλογα.

«Εντάξει», είπε ο Γκαούλ, «θα βρω ένα μέρος να φάω το φαγητό μου και θα προσέχω να δω πότε θα φύγετε». Γύρισε και έφυγε αμέσως τρεχάτος. Η Μπάιν και η Τσιάντ κοιτάχτηκαν. Ύστερα από μια στιγμή η Μπάιν σήκωσε τους ώμους και τον μιμήθηκαν.

«Δεν είναι μαζί;» ρώτησε ο πατέρας του Ματ, ξύνοντας το κεφάλι του.

«Είναι μεγάλη ιστορία», είπε ο Πέριν. Ήταν προτιμότερο από το να του πει ότι η Τσιάντ και ο Γκαούλ μπορεί να αλληλοσκοτώνονταν, εξαιτίας μιας βεντέτας αίματος. Έλπιζε να άντεχε ο όρκος ύδατος που είχαν δώσει. Αν θυμόταν, θα ρωτούσε τον Γκαούλ τι ήταν ο όρκος ύδατος.

Η φάρμα των αλ'Σήν ήταν από τις μεγάλες φάρμες των Δύο Ποταμών και είχε τρεις ψηλούς αχυρώνες και πέντε παράγκες, όπου ξέραιναν το ταμπάκ. Υπήρχε ένα μαντρί με πέτρινα τοιχία για τα μαυρομούτσουνα πρόβατα, που ήταν μεγάλο σαν χωράφι, και υπήρχαν μάντρες με μεταλλικά κάγκελα, οι οποίες κρατούσαν χωριστά τις αγελάδες με τις λευκές πιτσιλιές, που τις είχαν για άρμεγμα, από τα μαύρα βόδια, που τα είχαν για το κρέας τους. Τα γουρούνια έσκουζαν χαρούμενα στο λασπόλακκό τους, οι κότες τριγυρνούσαν παντού και υπήρχαν άσπρες χήνες σε μια μεγαλούτσικη λιμνούλα.

Το πρώτο παράξενο που πρόσεξε ο Πέριν ήταν τα αγόρια στις καλαμοσκεπές του σπιτιού και των αχυρώνων, οκτώ-εννιά, με τόξα και φαρέτρες. Φώναξαν αμέσως μόλις είδαν τους καβαλάρηδες και οι γυναίκες αμέσως μάζεψαν στο σπίτι τα παιδιά και μετά σήκωσαν το χέρι για να ρίξουν λίγη σκιά στα μάτια, ώστε να δουν ποιος ερχόταν. Οι άντρες συγκεντρώθηκαν στην αυλή, κάποιοι με τόξα κι άλλοι με δικράνια και τσουγκράνες, που τα κρατούσαν σαν όπλα. Ήταν πολλοί. Υπερβολικά πολλοί, ακόμα και για φάρμα τέτοιου μεγέθους. Ο Πέριν κοίταξε ερωτηματικά τον αφέντη αλ'Θόρ.

«Ο Τζιακ πήρε τον ξάδερφο του, τον Γουίτ, με τους δικούς του», εξήγησε ο Ταμ, «επειδή το αγρόκτημα του Γουίτ ήταν κοντά στο Δυτικό Δάσος, καθώς και τους ανθρώπους του Φλαν Λιούιν, όταν οι Τρόλοκ επιτέθηκαν στη φάρμα τους. Οι Λευκομανδίτες τους έδιωξαν πριν καούν κι άλλοι αχυρώνες, αλλά ο Φλαν είπε ότι ήταν πια καιρός να φύγει. Ο Τζιακ είναι καλός άνθρωπος».