Όταν μπήκαν στην αυλή και αναγνώρισαν τον Ταμ και τον Άμπελ, οι άντρες και οι γυναίκες μαζεύτηκαν γύρω με χαμόγελα και καλωσορίσματα, ενώ αυτοί ξεπέζευαν. Όταν τα παιδιά το είδαν αυτό, ξεχύθηκαν από το σπίτι μαζί με τις γυναίκες που τα πρόσεχαν, καθώς και άλλες, που είχαν βγει μόλις από την κουζίνα και σκούπιζαν τα χέρια στις ποδιές τους. Όλες οι γενιές παρέλασαν μπροστά τους, από την ασπρομάλλα Αστέλ αλ'Σήν, που η μέση της ήταν λυγισμένη, αλλά το μπαστούνι το χρειαζόταν περισσότερο για να ανοίγει δρόμο, χτυπώντας μπροστά της, παρά για να στηρίζεται, μέχρι ένα φασκιωμένο μωρό στην αγκαλιά μιας σωματώδους νεαρής με λαμπερό χαμόγελο.
Ο Πέριν κοίταξε πέρα από τη νεαρή αυτή και ύστερα το βλέμμα του ξαναγύρισε απότομα πάνω της. Όταν είχε φύγει από τους Δύο Ποταμούς, η Λάιλα Ντηρν ήταν μια λυγερή κοπέλα, που μπορούσε να ξεκάνει τρία παλικάρια στο χορό. Μόνο το χαμόγελο και τα μάτια είχαν μείνει ίδια. Ανατρίχιασε. Κάποτε ονειρευόταν ότι θα παντρευόταν τη Λάιλα κι αυτή, ως ένα βαθμό, ανταποκρινόταν σ' αυτό το συναίσθημα. Η αλήθεια ήταν ότι αυτή το είχε πιστέψει περισσότερο απ' ό,τι ο ίδιος. Ευτυχώς, ήταν τόσο μαγεμένη από το μωρό της και τον ακόμα πιο ψωμωμένο τύπο στο πλευρό της, που δεν του έδωσε μεγάλη σημασία. Ο Πέριν αναγνώριζε και τον άντρα που ήταν δίπλα της. Ήταν ο Νάτλεϋ Λιούιν. Η Λάιλα, λοιπόν, είχε μπει στην οικογένεια των Λιούιν. Τι παράξενο. Ο Νατ δεν ήξερε από χορό. Ο Πέριν ευχαρίστησε το Φως που είχε γλιτώσει και κοίταξε γύρω για να βρει τη Φάιλε.
Τη βρήκε να χαϊδεύει ανέμελα τη Σουώλοου, ενώ η φοράδα της χάιδευε τον ώμο με τη μύτη. Δεν άδειαζε να προσέξει το άλογό της, όμως, επειδή χαμογελούσε με θαυμασμό στον Γουίλ αλ'Σήν, έναν ξάδελφο από τα μέρη του Ντέβεν Ράιντ, κι ο Γουίλ της ανταπέδιδε το χαμόγελο. Τι καλοκαμωμένο αγόρι ο Γουίλ. Ε, μπορεί να ήταν ένα χρόνο μεγαλύτερος από τον Πέριν, αλλά η ομορφιά του του έδινε αγορίστικη όψη. Όταν ο Γουίλ ερχόταν στο Πεδίο του Έμοντ για το χορό, οι κοπελιές τον κοίταζαν και αναστέναζαν. Όπως έκανε τώρα η Φάιλε. Η αλήθεια ήταν ότι δεν αναστέναζε, όμως το χαμόγελό της ήταν οπωσδήποτε επιδοκιμαστικό.
Ο Πέριν πλησίασε και την αγκάλιασε με το ένα χέρι, ακουμπώντας το άλλο στο τσεκούρι του. «Τι κάνεις, Γουίλ;» ρώτησε χαμογελώντας ευχάριστα. Δεν ήθελε να νομίσει η Φάιλε ότι ζήλευε. Όχι βεβαίως ότι ζήλευε.
«Μια χαρά, Πέριν». Τα μάτια του Γουίλ άφησαν τα δικά του και χαμήλωσαν στο τσεκούρι, ενώ μια έκφραση ναυτίας απλώθηκε στο πρόσωπό του. «Μια χαρά». Απέφυγε να ξανακοιτάξει τη Φάιλε κι έτρεξε μαζί με τους άλλους γύρω από τη Βέριν.
Η Φάιλε κοίταξε τον Πέριν σουφρώνοντας τα χείλη και μετά του έπιασε τη γενειάδα με το ένα χέρι και του κούνησε το κεφάλι. «Πέριν, Πέριν, Πέριν», μουρμούρισε μαλακά.
Ο Πέριν δεν ήξερε τι εννοούσε και σκέφτηκε ότι σοφό θα ήταν να μη ρωτήσει. Έμοιαζε σαν να μην ήξερε ούτε η ίδια αν ήταν θυμωμένη ή... Ήταν δυνατό να το διασκεδάζει; Καλύτερα θα ήταν να μην την έκανε να αποφασίσει.
Ο Γουίλ δεν ήταν φυσικά ο μόνος που κοίταζε εμβρόντητος κι μάτια του. Απ' ό,τι φαινόταν, όλοι, μικροί και μεγάλοι, άντρες και γυναίκες, ξαφνιάζονταν την πρώτη φορά που αντάμωναν το βλέμμα του. Η ηλικιωμένη αλ'Σήν τον πρόγκιξε με το μπαστούνι και τα γέρικα μαύρα μάτια της πλάτυναν από έκπληξη, όταν ο Πέριν μούγκρισε. Μπορεί να νόμιζε ότι δεν ήταν αληθινός. Κανένας, όμως, δεν είπε τίποτα.
Δεν άργησαν να τακτοποιήσουν τα άλογα σε ένα στάβλο —ο Τόμας πήγε μόνος το γκρίζο του· το ζώο δεν ήθελε άλλον να πιάνει τα γκέμια― και όλοι, εκτός από τα αγόρια στις στέγες, στριμώχτηκαν στο σπίτι και σχεδόν το ξεχείλισαν. Οι μεγάλοι γέμισαν το μπροστινό δωμάτιο, ανάκατα Λιούιν και αλ'Σήν, χωρίς ιδιαίτερη τάξη και ιεραρχία, με παιδιά στις αγκαλιές των μανάδων τους ή αφημένα να κοιτάζουν ανάμεσα στα πόδια των μεγάλων, που ήταν φρακαρισμένοι στις πόρτες και προσπαθούσαν να δουν μέσα.
Στους νεοαφιχθέντες προσφέρθηκε τσάι και καρέκλες με ψηλές ράχες, αν και η Βέριν και η Φάιλε πήραν επίσης και κεντημένα μαξιλαράκια. Η Βέριν, ο Τόμας και η Φάιλε ήταν πηγή αρκετής έξαψης. Το δωμάτιο είχε γεμίσει μουρμουρητά, σαν χήνες που φλυαρούσαν, και όλοι κοίταζαν αυτά τα τρία άτομα, λες και φορούσαν στέμμα, ή λες και ανά πάσα στιγμή θα έκαναν ταχυδακτυλουργικά. Στους Δύο Ποταμούς οι ξένοι πάντα προκαλούσαν περιέργεια. Ιδιαίτερα σχόλια προκάλεσε το σπαθί του Τόμας, με χαμηλούς ψιθύρους, τους οποίους ο Πέριν άκουγε με άνεση. Τα σπαθιά ήταν κάτι ασυνήθιστο εδώ, τουλάχιστον πριν από τον ερχομό των Λευκομανδιτών. Μερικοί πέρασαν τον Τόμας για Λευκομανδίτη, άλλοι για άρχοντα. Ένα αγοράκι, που έφτανε ως τη μέση του Πέριν, είπε κάτι για Πρόμαχους, αλλά οι μεγάλοι γέλασαν μαζί του κι αυτό σταμάτησε.