«Δεν είπα ότι το πιστεύω», διαμαρτυρήθηκε έντονα η Αντίνε, «απλώς ότι το άκουσα. Υπάρχουν ερωτήσεις που πρέπει να γίνουν. Τα Τέκνα δεν ασχολήθηκαν μ' αυτούς επειδή τράβηξαν χαρτάκια με το όνομά τους από το καπέλο κάποιου ταχυδακτυλουργού».
«Αν άκουγες, αντί να μιλάς», είπε σταθερά η Ελίσα, «μπορεί να ήξερες μερικές απαντήσεις». Η Αντίνε άρχισε να σιάζει τα φουστάνια της, αλλά παρ' όλο που μουρμούριζε μόνη της, δεν είπε τίποτα παραπάνω.
«Θέλει κανένας να πει κάτι άλλο;» ρώτησε ο Τζιακ με ανυπομονησία που δεν κρυβόταν. Κανείς δεν μίλησε κι αυτός συνέχισε. «Πέριν, κανένας εδώ δεν σε νομίζει για Σκοτεινόφιλο, ούτε και τον Ταμ ή τον Άμπελ». Έριξε μια άγρια ματιά στην Αντίνε και ο Φλαν ακούμπησε τον ώμο της συζύγου του· αυτή δεν είπε τίποτα, όμως τα χείλη της σφίγγονταν μ' αυτό που δεν είχε πει. Ο Τζιακ μουρμούρισε κάτι μόνος του, πριν συνεχίσει. «Έστω κι έτσι, Πέριν, νομίζω ότι έχουμε δικαίωμα να μάθουμε γιατί οι Λευκομανδίτες λένε αυτά που λένε. Κατηγορούν εσένα, τον Ματ Κώθον και τον Ραντ αλ'Θόρ ότι είστε Σκοτεινόφιλοι. Γιατί;»
Η Φάιλε άνοιξε θυμωμένα το στόμα, αλλά ο Πέριν της έκανε νόημα να σωπάσει. Η υπακοή της τον ξάφνιασε και έμεινε να την κοιτάζει για μια στιγμή, πριν συνεχίσει. Μπορεί να ήταν άρρωστη. «Οι Λευκομανδίτες δεν θέλουν πολλά, αφέντη αλ'Σήν. Αν δεν σκύβεις το κεφάλι και δεν παραμερίζεις μπροστά τους, τότε πρέπει να είσαι Σκοτεινόφιλος. Αν δεν λες αυτό που θέλουν και δεν σκέφτεσαι αυτό που θέλουν, τότε πρέπει να είσαι Σκοτεινόφιλος. Δεν ξέρω γιατί περνούν για τέτοιους τον Ραντ και τον Ματ». Ήταν η καθαρή αλήθεια. Αν οι Λευκομανδίτες ήξεραν ότι ο Ραντ ήταν ο Αναγεννημένος Δράκοντας, αυτό θα τους έφτανε, αλλά ήταν αδύνατο να το ξέρουν. Όσο για τον Ματ, ο Πέριν σήκωνε τα χέρια ψηλά. Σίγουρα ήταν έργο του Φάιν. «Όσο για μένα, σκότωσα μερικούς». Το παράξενο ήταν ότι οι κοφτές κραυγές που ήχησαν στο δωμάτιο δεν τον έκαναν να ζαρώσει μέσα του, ούτε και η σκέψη των πράξεων του. «Σκότωσαν ένα φίλο μου και θα σκότωναν και μένα. Δεν μπορούσα να τους αφήσω να το κάνουν. Αυτό είναι όλο».
«Καταλαβαίνω γιατί δεν τους άφησες», είπε αργά ο Τζιακ. Ακόμα και με τους Τρόλοκ τριγύρω, οι άνθρωποι στους Δύο Ποταμούς δεν ήταν μαθημένοι να σκοτώνουν. Πριν από μερικά χρόνια μια γυναίκα είχε σκοτώσει το σύζυγό της, επειδή ήθελε έναν άλλο να την παντρευτεί· απ' όσο ήξερε ο Πέριν, ήταν η τελευταία φορά που είχε πεθάνει κάποιος από πράξη βίας στους Δύο Ποταμούς. Μέχρι τους Τρόλοκ.
«Τα Τέκνα του Φωτός», είπε η Βέριν, «ένα πράγμα ξέρουν να κάνουν καλά. Κάνουν ανθρώπους που ήταν μια ζωή γείτονες να υποψιάζονται ο ένας τον άλλο». Οι αγρότες την κοίταξαν και μερικοί ένευσαν ύστερα από μια στιγμή.
«Έμαθα ότι έχουν έναν άνθρωπο μαζί τους», είπε ο Πέριν. «Τον Πάνταν Φάιν. Τον πραματευτή».
«Το άκουσα», είπε ο Τζιακ. «Άκουσα ότι τώρα έχει πάρει άλλο όνομα».
Ο Πέριν ένευσε. «Ορντήθ. Είτε λέγεται Φάιν, είτε Ορντήθ, αυτός είναι Σκοτεινόφιλος. Σχεδόν το παραδέχτηκε, παραδέχτηκε ότι έφερε τους Τρόλοκ τη Νύχτα του Χειμώνα πέρυσι. Και είναι παρέα με τους Λευκομανδίτες».
«Εύκολα μπορείς να κατηγορήσεις», είπε κοφτά η Αντίνε Λιούιν. «Όποιον θέλεις τον βγάζεις Σκοτεινόφιλο».
«Ποιον θα πιστέψετε λοιπόν;» είπε ο Τόμας. «Αυτούς που ήρθαν πριν από λίγες βδομάδες, που αιχμαλώτισαν γνωστούς σας και έκαψαν τις φάρμες τους; Ή ένα νεαρό που μεγάλωσε εδώ πέρα;»
«Δεν είμαι Σκοτεινόφιλος, αφέντη αλ'Σήν», είπε ο Πέριν, «αλλά αν θέλεις να φύγω, θα φύγω».
«Όχι», έσπευσε να πει η Ελίσα, ρίχνοντας στο σύζυγό της μια ματιά με νόημα. Και στην Αντίνε μια άλλη, παγωμένη, που την έκανε να καταπιεί αυτό που ετοιμαζόταν να πει. «Όχι. Είσαι καλοδεχούμενος να μείνεις εδώ όσο θέλεις». Ο Τζιακ δίστασε και μετά συμφώνησε μ ένα νεύμα. Η Ελίσα ζύγωσε τον Πέριν και τον κοίταξε, ακουμπώντας τα χέρια στους ώμους του. «Λυπόμαστε πολύ», είπε μαλακά. «Ο πατέρας σου ήταν καλός άνθρωπος. Η μητέρα σου ήταν φίλη μου, είχαν να λένε γι' αυτήν. Ξέρω ότι θα ήθελε να μείνεις μαζί μας, Πέριν. Τα Τέκνα πολύ σπάνια έρχονται από αυτά τα μέρη, κι αν έρθουν, τα αγόρια στη στέγη θα μας δώσουν προειδοποίηση για να κρυφτείς στη σοφίτα. Εδώ θα είσαι ασφαλής».
Το εννοούσε. Στ' αλήθεια το εννοούσε. Όταν ο Πέριν κοίταξε τον αφέντη αλ'Σήν, εκείνος ένευσε ξανά. «Ευχαριστώ», είπε ο Πέριν και ένιωσε ένα σφίξιμο στο λαιμό. «Αλλά έχω... δουλειές. Έχω να τακτοποιήσω κάτι δουλειές».
Εκείνη αναστέναξε και τον χτύπησε απαλά. «Φυσικά. Κοίτα μόνο να μην πάθεις τίποτα μ' αυτές τις... δουλειές. Τουλάχιστον δεν θα σε ξεπροβοδίσω νηστικό».
Δεν υπήρχαν αρκετά τραπέζια στο σπίτι για να γευματίσουν όλοι καθιστοί κι έτσι μοίρασαν γαβάθες με βραστό από αρνί και κομμάτια τραγανό ψωμί, προειδοποιώντας να μη στάξουν κάτω, κι όλοι έφαγαν όπου στέκονταν ή κάθονταν. Πριν αποφάνε, ένα κοκαλιάρικο αγόρι, που οι καρποί του ξεπρόβαλλαν από τα μανίκια του, μ' ένα τόξο ψηλότερο από το ίδιο, ήρθε τρεχάλα. Ο Πέριν σκέφτηκε ότι ήταν ο Γουίν Λιούιν, αλλά δεν ήταν σίγουρος· τα παιδιά μεγάλωναν γρήγορα σ' αυτή την ηλικία. «Είναι ο Άρχοντας Λουκ», είπε το αγοράκι ενθουσιασμένο. «Έρχεται ο Άρχοντας Λουκ».