33
Μια Νέα Ύφανση Στο Σχήμα
Ο άρχοντας αυτοπροσώπως ακολούθησε σχεδόν πίσω από το αγόρι· ήταν ένας ψηλός άντρας με μεγάλους ώμους, μεσήλικας, με σκληρό πρόσωπο όλο γωνίες και σκούρα κόκκινα μαλλιά, που είχαν ασπρίσει στους κροτάφους. Τα μπλε μάτια του είχαν ένα αλαζονικό βλέμμα και ήταν ολόιδιος αριστοκράτης: καλοραμμένο, πράσινο σακάκι με διακριτικά κεντημένα ελίγματα στα μανίκια και γάντια δουλεμένα με χρυσή κλωστή. Χρυσά στολίσματα είχε και το θηκάρι του σπαθιού του, επίσης, όπως και οι γυαλισμένες μπότες του ψηλά. Με κάποιον τρόπο, έκανε την απλή είσοδό του από την πόρτα να φαντάζει μεγαλοπρεπής. Ο Πέριν τον αντιπάθησε με την πρώτη ματιά.
Όλοι οι αλ'Σήν και οι Λιούιν όρμησαν να χαιρετήσουν τον άρχοντα, άντρες, γυναίκες και παιδιά, που στριμώχτηκαν ολόγυρά του όλο χαμόγελα και υποκλίσεις, λέγοντας ο ένας στον άλλο για την τιμή που τους έκανε να τους επισκεφτεί ένας Κυνηγός του Κέρατος. Έμοιαζαν ιδιαιτέρως ενθουσιασμένοι γι' αυτό. Μπορεί να ήταν συναρπαστικό πράγμα ένας άρχοντας στο σπίτι τους, αλλά να έρθει ένας από εκείνους που είχαν ορκιστεί να ψάξουν για το θρυλικό Κέρας του Βαλίρ ― ήταν από αυτά που γράφονταν στις ιστορίες. Ο Πέριν σκέφτηκε ότι δεν είχε δει ποτέ ανθρώπους των Δύο Ποταμών να φέρονται δουλοπρεπώς σε κάποιον, όμως αυτό έμοιαζε για κάτι τέτοιο.
Ο Άρχοντας Λουκ το δέχτηκε σαν να το δικαιούνταν, ίσως σαν να ήταν δεδομένο. Και επιπλέον κουραστικό. Οι αγρότες δεν έμοιαζαν να βλέπουν, ή ίσως δεν αναγνώριζαν, αυτή την κάπως κουρασμένη έκφραση, το κάπως συγκαταβατικό χαμόγελο. Ίσως απλώς να πίστευαν ότι έτσι φέρονταν οι άρχοντες. Ήταν αλήθεια, έτσι φέρονταν πολλοί, όμως ο Πέριν εκνευρίστηκε βλέποντας αυτούς τους ανθρώπους —τους ανθρώπους του― να το ανέχονται.
Όταν η βουή ηρέμησε, ο Τζιακ και η Ελίσα παρουσίασαν στους υπόλοιπους καλεσμένους τους —όλους εκτός από τον Ταμ και τον Αμπελ, οι οποίοι τον είχαν ήδη συναντήσει― τον Άρχοντα Λουκ του Τσιεντέλνα, λέγοντας ότι τους συμβούλευε με ποιους τρόπους να αμυνθούν ενάντια στους Τρόλοκ, ότι τους ενθάρρυνε να μην υποκύπτουν στους Λευκομανδίτες, να μη σκύβουν το κεφάλι. Μουρμουρίσματα επιδοκιμασίας ακούστηκαν από τους άλλους στο δωμάτιο. Αν οι Δύο Ποταμοί εξέλεγαν βασιλιά, ο Άρχοντας Λουκ θα είχε με το μέρος του όλους τους αλ'Σήν και τους Λιούιν. Το ήξερε κι αυτός. Η όλο πλήξη νωχέλειά του, όμως, δεν κράτησε πολύ.
Με την πρώτη ματιά που έριξε στο δροσερό πρόσωπο της Βέριν, ο Λουκ μούδιασε κάπως και το βλέμμα του πετάχτηκε στα δάχτυλα της τόσο γοργά, που πολλοί δεν το πρόσεξαν. Παραλίγο να του πέσουν τα κεντημένα γάντια του. Παχουλή και με απλά ρούχα όπως ήταν, θα μπορούσε να είναι άλλη μια σύζυγος αγρότη, όμως ήταν φανερό ότι ήξερε πώς ήταν οι Άες Σεντάι στο πρόσωπο. Και δεν χάρηκε βλέποντας μια τους εδώ. Η άκρη του αριστερού ματιού του σπαρταρούσε, καθώς άκουγε την κυρά αλ'Σήν να λέει ότι η «κυρά Μάθχουιν» ήταν μια «λόγια απ' έξω».
Η Βέριν του χαμογέλασε σαν να ήταν μισοκοιμισμένη. «Χάρηκα», του είπε μουρμουρίζοντας. «Ο Οίκος Τσιεντέλνα. Πού είναι; Σαν Μεθορίτικος μου ακούγεται».
«Δεν είναι τόσο σπουδαίος», απάντησε γοργά ο Λουκ, κάνοντάς της μια επιφυλακτική, ανεπαίσθητη υπόκλιση. «Από το Μουράντυ, για την ακρίβεια. Είναι ελάσσων οίκος, αλλά παλιός». Φάνηκε να παίρνει με ανησυχία το βλέμμα του από πάνω της, για να συνεχιστούν οι συστάσεις.
Του Τόμας δεν του έριξε σχεδόν ούτε μια ματιά. Σίγουρα είχε καταλάβει ότι ήταν ο Πρόμαχος της «κυράς Μάθχουιν», αλλά τον είχε θεωρήσει ασήμαντο κι αυτό ήταν φανερό σαν να το είχε φωνάξει. Ήταν πολύ παράξενο. Όσο καλός κι αν ήταν ο Λουκ με το σπαθί, κανένας δεν ήταν τόσο καλός ώστε να αγνοήσει έναν Πρόμαχο. Αλαζονεία. Ο τύπος είχε αρκετή για δέκα ανθρώπους. Κατά τη γνώμη του Πέριν, αυτό το απέδειξε μετά, με τη Φάιλε.
Το χαμόγελο που της χάρισε ο Λουκ είχε κάτι παραπάνω από αυτοπεποίθηση· είχε επίσης οικειότητα και ήταν σίγουρα ζεστό. Για την ακρίβεια, έδειχνε υπερβολικό θαυμασμό και υπερβολική ζεστασιά. Της έπιασε το χέρι και με τα δυο δικά του και κοίταξε στα μάτια της σαν να προσπαθούσε να δει ως το βάθος του κεφαλιού της. Για μια στιγμή, του Πέριν του φάνηκε ότι η Φάιλε θα γυρνούσε να τον κοιτάξει, αλλά εκείνη, αντίθετα, ανταπέδωσε το βλέμμα του άρχοντα με επιτηδευμένη ψυχρότητα, αλλά με τα μάγουλα κατακόκκινα και με μια μικρή κλίση της κεφαλής της.