«Κι εγώ, επίσης, είμαι Κυνηγός του Κέρατος, Άρχοντα μου», είπε κάπως ξέπνοη. «Πιστεύεις ότι θα το βρεις εδώ;»
Ο Λουξ βλεφάρισε και άφησε το χέρι της. «Ίσως, Αρχόντισσα μου. Ποιος ξέρει πού μπορεί να είναι το Κέρας;» Η Φάιλε έδειξε κάπως έκπληκτη —ίσως και απογοητευμένη― μ' αυτό το ξαφνικό χάσιμο ενδιαφέροντος.
Ο Πέριν κράτησε μια ουδέτερη έκφραση. Αν η Φάιλε ήθελε να χαμογελά στον Γουίλ αλ'Σήν και να κοκκινίζει με ανόητους άρχοντες, ας το έκανε. Ας γελοιοποιούνταν μ' όποιον τρόπο ήθελε, κοιτώντας μ' ανοιχτό το στόμα κάθε άντρα που έβρισκε μπροστά της. Ο Λουκ, λοιπόν, ήθελε να μάθει πού ήταν το Κέρας του Βαλίρ; Ήταν κρυμμένο στο Λευκό Πύργο, να πού ήταν. Μπήκε στον πειρασμό να του το πει, μόνο και μόνο για τον κάνει να τρίζει τα δόντια από τη σύγχυση.
Αν ο Λουκ είχε εκπλαγεί βρίσκοντας ποιοι ήταν οι άλλοι εκεί, στο σπίτι των αλ'Σήν, η αντίδρασή του στον Πέριν ήταν το λιγότερο περίεργη. Τινάχτηκε βλέποντας το πρόσωπο του Πέριν — στο βλέμμα του φάνηκε η κατάπληξη. Εντούτοις χάθηκε μέσα σε μια στιγμή, κρυμμένη πίσω από την αρχοντίστικη υπεροψία, αν εξαιρούσε κανείς το τρεμούλιασμα στην άκρη του ματιού του. Το πρόβλημα ήταν ότι δεν έβγαινε νόημα. Δεν ήταν τα κίτρινα μάτια του, που είχαν ξαφνιάσει τον Λουκ· ο Πέριν ήταν βέβαιος γι' αυτό. Ήταν λες και τον γνώριζε ο άλλος και είχε εκπλαγεί βρίσκοντάς τον εκεί, όμως ο Πέριν δεν είχε συναντήσει άλλοτε στη ζωή του αυτό τον άνθρωπο. Κι όχι μόνο αυτό, αλλά θα έβαζε στοίχημα ότι ο Λουκ τον φοβόταν. Δεν έβγαινε νόημα.
«Ο Άρχοντας Λουκ είχε προτείνει να ανεβαίνουν τα αγόρια στις στέγες», είπε ο Τζιακ. «Δεν μας πλησιάζει Τρόλοκ χωρίς να μας προειδοποιήσουν τα παλικαράκια».
«Πόσο έγκαιρα;» είπε ξερά ο Πέριν. Αυτό ήταν ένα παράδειγμα των συμβουλών του σπουδαίου Άρχοντα Λουκ; «Οι Τρόλοκ βλέπουν σαν τις γάτες στο σκοτάδι. Θα πέσουν πάνω σας και θα γκρεμίσουν τις πόρτες, πριν σηκώσουν φωνή τα αγόρια σας».
«Κάνουμε ό,τι μπορούμε», γάβγισε ο Φλαν. «Μην πας να μας τρομάξεις. Είναι μπροστά παιδιά και ακούνε. Ο Άρχοντας Λουκ τουλάχιστον μας κάνει χρήσιμες υποδείξεις. Ήταν στο σπίτι μου τη μέρα πριν έρθουν οι Τρόλοκ και έβλεπε αν τους είχα βάλει όλους σωστά. Μα το αίμα και τις στάχτες! Αν δεν ήταν αυτός, οι Τρόλοκ θα μας είχαν σκοτώσει όλους».
Ο Λουκ δεν έδειχνε να ακούει το εγκώμιο που του έπλεκε. Παρακολουθούσε επιφυλακτικά τον Πέριν, ενώ είχε πιάσει τα γάντια του και τα έχωνε πίσω από τη χρυσή πόρπη με τη λυκοκεφαλή, στη ζώνη του σπαθιού του. Κι η Φάιλε, επίσης, τον παρακολουθούσε», σμίγοντας ανάλαφρα τα φρύδια. Ο Πέριν δεν της έδωσε σημασία.
«Μα νόμιζα ότι σας έσωσαν οι Λευκομανδίτες, αφέντη Λιούιν; Νόμιζα ότι μια περίπολος των Λευκομανδιτών έφτασε την τελευταία στιγμή και έδιωξε τους Τρόλοκ».
«Έτσι έγινε». Ο Φλαν έξυσε τα γκρίζα μαλλιά του. «Όμως ο Άρχοντας Λουκ... Αν δεν είχαν έρθει οι Λευκομανδίτες, θα είχαμε... Τουλάχιστον δεν προσπαθεί να μας τρομάξει», μουρμούρισε.
«Ε, λοιπόν, δεν σας τρομάζει», είπε ο Πέριν. «Εμένα με τρομάζουν οι Τρόλοκ. Και οι Λευκομανδίτες έρχονται και σας διώχνουν τους Τρόλοκ. Όταν μπορούν».
«Θέλεις να εξυμνήσουν τους Λευκομανδίτες;» Ο Λουκ κάρφωσε τον Πέριν με μια ψυχρή ματιά, σαν να είχε ανακαλύψει ένα αδύναμο σημείο. «Ποιοι νομίζεις ότι είναι υπεύθυνοι για το Δόντι του Δράκοντα που ζωγραφίζουν κάποιοι στις πόρτες του κόσμου; Καλά, τα χέρια τους ποτέ δεν κράτησαν το κάρβουνο, αλλά αυτοί κρύβονται από πίσω. Χώνονται στα σπίτια των καλών ανθρώπων, κάνουν ερωτήσεις και απαιτούν απαντήσεις, σαν να είναι κάτω από τη δική τους στέγη. Εγώ λέω ότι οι άνθρωποι αυτοί είναι αφέντες του εαυτού τους, όχι σκυλιά των Λευκομανδιτών, που τους λένε να καθίσουν σούζα. Αφήστε τους να περιπολούν στην ύπαιθρο —καλό και σωστό αυτό― όμως να τους συναντάτε στην πόρτα και να τους λέτε σε τίνος τη γη βρίσκονται. Έτσι λέω εγώ. Αν θέλεις να είσαι σκυλί των Λευκομανδιτών, εμπρός, αλλά μη φθονείς την ελευθερία αυτών των καλών ανθρώπων».
Ο Πέριν κάρφωσε το βλέμμα του στα μάτια του Λουκ. «Δεν έχω την παραμικρή συμπάθεια για τους Λευκομανδίτες. Θέλουν να με κρεμάσουν, ή μήπως δεν το έχεις ακούσει;»
Ο ψηλός άρχοντας ανοιγόκλεισε τα μάτια σαν να μην το είχε ακούσει, ή ίσως σαν να το είχε ξεχάσει, όταν είχε βρει ευκαιρία να τα βάλει μαζί του. «Τι ακριβώς προτείνεις, λοιπόν;»
Ο Πέριν του γύρισε την πλάτη και πήγε να σταθεί μπροστά στο τζάκι. Δεν ήθελε να τσακωθεί με Λουκ και να τον ακούνε όλοι. Πάντως όλα τα βλέμματα ήταν πάνω του. Θα έλεγε τη γνώμη του και ας ήταν αυτό το τέλος. «Είστε αναγκασμένοι να βασίζεστε στους Λευκομανδίτες, ελπίζετε ότι θα διώξουν τους Τρόλοκ, ελπίζετε ότι θα έρθουν έγκαιρα αν οι Τρόλοκ επιτεθούν. Γιατί; Επειδή ο καθένας προσπαθεί να φυλάξει τη φάρμα του, αν μπορεί, κι αν δεν μπορεί, προσπαθεί να μένει όσο πιο κοντά εκεί γίνεται. Είστε σε εκατό μεριές, σαν ώριμο σταφύλι που το ξεδιαλέγεις. Όσο είστε έτσι, όσο είστε αναγκασμένοι να προσεύχεστε ότι οι Λευκομανδίτες θα εμποδίσουν τους Τρόλοκ να σας τσαλαπατήσουν για να βγάλουν κρασί, δεν θα έχετε άλλη επιλογή παρά να τους αφήνετε να κάνουν ό,τι ερωτήσεις θέλουν, να απαιτούν ό,τι απαντήσεις θέλουν. Ή μήπως κάποιος εδώ νομίζει ότι ο Χάραλ και η Άλσμπετ Λούχαν είναι Σκοτεινόφιλοι; Η Νάτι Κώθον; Η Μπόντχουιν και η Έλντριν;» Το βλέμμα που έριξε ο Άμπελ ολόγυρα στο δωμάτιο προκαλούσε έστω να υπαινιχθεί κάποιος το ναι, όμως δεν χρειαζόταν. Ακόμα και η Αντίνε Λιούιν πρόσεχε τον Πέριν. Ο Λουκ τον κοίταζε συνοφρυωμένος, ενώ ταυτόχρονα μελετούσε τις αντιδράσεις των ανθρώπων που ήταν στριμωγμένοι στο δωμάτιο.