Выбрать главу

«Ξέρω ότι δεν έπρεπε να συλλάβουν τη Νάτι, την Άλσμπετ και τους άλλους», είπε ο Γουίτ, «όμως αυτό πέρασε». Έτριψε το φαλακρό σημείο του κεφαλιού του και κοίταξε μπερδεμένος τον Άμπελ. «Εκτός, βέβαια, από το γεγονός ότι δεν τους έχουμε πείσει να τους αφήσουν. Δεν άκουσα να έχουν συλλάβει κανέναν ύστερα απ’ αυτό».

«Τι νομίζεις πως σημαίνει αυτό, ότι τελείωσαν όλα;» είπε ο Πέριν. «Στ' αλήθεια πιστεύεις ότι θα ικανοποιηθούν με τους Κώθον και τους Λούχαν; Με δύο καμένες φάρμες; Ποιος από σας θα είναι ο επόμενος; Ίσως επειδή είπε το λάθος πράγμα, ή για παραδειγματισμό. Μπορεί εκείνοι που θα πυρπολήσουν αυτό το σπίτι να είναι Λευκομανδίτες, αντί για Τρόλοκ. Ή μπορεί ένα βράδυ κάποιος να ζωγραφίσει το Δόντι του Δράκοντα. Πάντα βρίσκονται άνθρωποι να πιστέψουν τέτοια πράγματα». Αρκετά μάτια στράφηκαν στην Αντίνε, η οποία σάλεψε τα πόδια και καμπούριασε τους ώμους. «Έστω κι αν όλα αυτά σημαίνουν ότι απλώς θα σκύβετε το κεφάλι κάθε φορά που θα έρχονται οι Λευκομανδίτες, θέλετε να ζήσετε έτσι; Τα παιδιά σας; Θα είστε στο έλεος των Τρόλοκ, στο έλεος των Λευκομανδιτών και στο έλεος όποιου σας κρατάει κακία. Όσο σας έχει ένας στο χέρι, σας έχουν όλοι στο χέρι. Κρύβεστε στο κελάρι, ελπίζοντας ότι το ένα λυσσασμένο σκυλί θα σας προστατέψει από το άλλο, ελπίζοντας ότι δεν θα βγουν από το σκοτάδι οι αρουραίοι να σας δαγκώσουν».

Ο Τζιακ αντάλλαξε ανήσυχες ματιές με τον Φλαν και τον Γουίτ, καθώς και με τους άλλους άντρες στο δωμάτιο, και μετά μίλησε αργά. «Αν νομίζεις ότι κάνουμε λάθος, τότε τι προτείνεις;»

Ο Πέριν δεν περίμενε την ερώτηση —ήταν σίγουρος ότι θα θύμωναν μαζί του― αλλά συνέχισε να τους λέει τις σκέψεις του. «Συγκεντρώστε τους ανθρώπους σας. Μαζέψτε τα πρόβατα και τις αγελάδες, τις κότες, τα πάντα. Μαζέψτε τα και πάρτε τα εκεί που μπορεί να είναι ασφαλή. Πάτε στο Πεδίο του Έμοντ. Ή στο Λόφο της Σκοπιάς, μιας και είναι κοντύτερα, αν και έτσι θα είστε μπροστά στα μάτια των Λευκομανδιτών. Όσο είστε είκοσι άνθρωποι εδώ και πενήντα εκεί, θα είστε λεία των Τρόλοκ. Αν είστε εκατοντάδες μαζί, τότε θα έχετε μια ελπίδα, η οποία δεν θα σημαίνει να σκύβετε μπροστά στους Λευκομανδίτες». Αυτό προκάλεσε την έκρηξη που περίμενε.

«Να εγκαταλείψω τελείως τη φάρμα μου;» φώναξε ο Φλαν πάνω από το «τρελάθηκες!» του Γουίτ. Τα λόγια χύνονταν το ένα πάνω στο άλλο, κι απ' αυτούς και από αδέρφια και ξαδέρφια.

«Να πάω στο Πεδίο του Έμοντ; Ακόμα και τώρα είμαι μακριά και μόλις που προλαβαίνω να ρίχνω μια ματιά στα χωράφια κάθε μέρα!»

«Θα με πνίξουν τα χορτάρια!»

«Δεν ξέρω πώς θα θερίσω ακόμα και τώρα!»

«...αν έρθουν οι βροχές...!»

.....προσπαθούμε να ξαναχτίσουμε...!»

«...ταμπάκ θα σαπίσει...!»

«...δεν θα προλάβω να κουρέψω...!»

Η γροθιά του Πέριν που έπεσε στην κορνίζα του τζακιού και τους έκανε να σταματήσουν. «Δεν είδα χωράφι τσαλαπατημένο ή καμένο, δεν είχα σπίτι ή στάβλο πυρπολημένο, παρά μόνο όπου υπήρχαν άνθρωποι. Οι Τρόλοκ έρχονται γι' ανθρώπους. Κι αν το κάψουν στο τέλος-τέλος; Μπορείτε να βάλετε καινούρια σοδειά. Μπορείτε να ξαναπιάσετε πέτρα, ξύλο και πηλοφόρι. Αυτό, όμως, μπορείτε να το ξαναχτίσετε;» Έδειξε το μωρό της Λάιλα κι εκείνη το έσφιξε στο στήθος της αγριοκοιτάζοντάς τον, σαν να είχε απειλήσει ο ίδιος το μωράκι. Οι ματιές που έριξε όμως στο σύζυγό της και στον Φλαν ήταν φοβισμένες. Ανήσυχα μουρμουρητά ακούστηκαν.

«Να φύγουμε», μουρμούρισε ο Τζιακ κουνώντας το κεφάλι. «Δεν ξέρω, Πέριν».

«Είναι δική σου επιλογή, αφέντη αλ'Σήν. Η γη θα είναι ακόμα εδώ, όταν ξαναγυρίσεις. Οι Τρόλοκ δεν μπορούν να την κλέψουν. Σκέψου αν μπορείς να πεις το ίδιο για την οικογένειά σου».

Το μουρμουρητό έγινε βουητό. Μερικές γυναίκες τα είχαν βάλει με τους συζύγους τους, κυρίως εκείνες που είχαν ένα-δυο παιδιά στην αγκαλιά. Κανένας από τους άντρες δεν έδειχνε να φέρνει αντιρρήσεις.