Η Φάιλε ανατρίχιασε καθώς η Βέριν έφευγε. «Μερικές φορές οι Άες Σεντάι με... ταράζουν», μουρμούρισε.
«Σε ταράζουν;» είπε ο Πέριν. «Εμένα συνήθως με κατατρομάζουν».
Εκείνη γέλασε απαλά και άρχισε να παίζει με ένα κουμπί του σακακιού του, κοιτάζοντάς το αφοσιωμένη. «Πέριν, φέρθηκα... ανόητα».
«Τι εννοείς;» Σήκωσε το βλέμμα της πάνω του ― το κουμπί σε λίγο θα κοβόταν. «Είσαι ένας από τους λιγότερο ανόητους ανθρώπους που ξέρω», πρόσθεσε βιαστικά ο Πέριν. Έσφιξε τα χείλη πριν προσθέσει «συνήθως» και χάρηκε γι' αυτό, όταν την είδε να χαμογελάει.
«Πολύ ευγενικό εκ μέρους σου αυτό που είπες, αλλά είναι η αλήθεια». Άφησε το κουμπί και άρχισε να του στρώνει το σακάκι —που δεν το χρειαζόταν― και να του ισιώνει το γιακά — που πάλι δεν το χρειαζόταν. «Ήσουν χαζός», του είπε μιλώντας γοργά, «μόνο και μόνο επειδή εκείνος ο νεαρούλης με κοίταξε —μοιάζει με παιδάκι· δεν είναι καθόλου σαν και σένα― και σκέφτηκα να σε κάνω να ζηλέψεις λιγάκι —μόνο λιγάκι― προσποιούμενη —απλώς προσποιούμενη― ότι με τραβάει ο Άρχοντας Λουκ. Δεν έπρεπε να το κάνω. Θα με συγχωρέσεις;»
Ο Πέριν προσπάθησε να βγάλει άκρη από τα μπερδεμένα λόγια της. Καλά που η Φάιλε έβρισκε τον Γουίλ μικρό —αν άφηνε γενειάδα, θα ήταν αραιή σαν περιβόλι― όμως δεν είχε πει ότι είχε ανταποδώσει το βλέμμα του Γουίλ. Κι αν προσποιούνταν ότι την τραβούσε ο Λουκ, τότε γιατί είχε κοκκινίσει έτσι; «Φυσικά και σε συγχωρώ», της είπε. Μια επικίνδυνη λάμψη φάνηκε στα μάτια της. «Εννοώ ότι δεν υπάρχει τίποτα που να χρειάζεται συγχώρεση». Η λάμψη δυνάμωσε κι άλλο. Τι ήθελε να ακούσει απ' αυτόν; «Θα με συγχωρέσεις; Όταν προσπάθησα να σε διώξω, είπα πράγματα που δεν έπρεπε να πω. Θα με συγχωρέσεις γι' αυτό;»
«Είπες κάποια πράγματα που χρειάζονται συγχώρεση;» του είπε γλυκά και ο Πέριν κατάλαβε ότι είχε μπλέξει άσχημα. «Δεν ξέρω τι, αλλά θα το λάβω υπόψη».
Θα το λάβαινε υπόψη; Έμοιαζε με αριστοκράτισσα λέγοντάς το· ίσως ο πατέρας της να ήταν στη δούλεψη κάποιου άρχοντα κι έτσι η Φάιλε να είχε μελετήσει τον τρόπο που μιλούσαν οι αρχόντισσες. Δεν είχε ιδέα τι εννοούσε με τα λόγια της. Θα ήταν καλύτερο να μην καταλάβαινε ποτέ, ήταν σίγουρος γι' αυτό.
Με ανακούφιση ξανανέβηκε στη σέλα του Γοργοπόδη μέσα στο χάος, καθώς οι άνθρωποι ετοίμαζαν τις άμαξες και διαφωνούσαν για το τι μπορούσαν να πάρουν και τι όχι, ενώ τα παιδιά κυνηγούσαν κότες και χήνες και έδεναν τα πόδια τους για να τις φορτώσουν. Τα αγόρια ήδη οδηγούσαν τα βόδια και τις αγελάδες ανατολικά, ενώ άλλα έβγαζαν τα πρόβατα από το μαντρί.
Η Φάιλε δεν έθιξε καθόλου αυτά που είχαν ειπωθεί μέσα. Του χαμογέλασε, μάλιστα, και σύγκρινε τον τρόπο που φρόντιζαν τα πρόβατα εδώ με το τι γινόταν στη Σαλδαία, ενώ όταν ένα κοριτσάκι της έφερε ένα μπουκέτο κόκκινα λουλουδάκια, που ονομάζονταν κόκκινο-της-καρδιάς, προσπάθησε να του πλέξει μερικά στη γενειάδα, γελώντας καθώς αυτός προσπαθούσε να την εμποδίσει. Με δυο λόγια, τον είχε στριμώξει άσχημα. Έπρεπε να ξανασυζητήσει με τον αφέντη Κώθον.
«Το Φως μαζί σου», του ξανάπε ο αφέντης αλ'Σήν καθώς ετοιμάζονταν να ξεκινήσουν, «και πρόσεχε τα αγόρια».
Τέσσερις νεαροί είχαν αποφασίσει να πάνε μαζί τους πάνω σε άλογα με τραχύ τρίχωμα, τα οποία δεν ήταν καλά σαν εκείνα που ίππευαν ο Ταμ και ο Άμπελ. Ο Πέριν δεν κατάλαβε γιατί ήταν δική του ευθύνη οι νεαροί. Ήταν μεγαλύτεροί του, αν και όχι πολύ. Ένας ήταν ο Γουίλ αλ'Σήν και ο άλλος ο ξάδερφός του, ο Μπαν, ένας από τους γιους του Τζιακ, ο οποίος είχε τη μεγαλύτερη μύτη στην οικογένεια, και επίσης δύο ακόμα από τους Λιούιν, ο Τελ και ο Ντάνιλ, οι οποίοι έμοιαζαν τόσο πολύ με τον Φλαν, που θα μπορούσαν να είναι γιοι του αντί για ανίψια του. Ο Πέριν προσπάθησε να τους μεταπείσει, ειδικά όταν του κατέστησαν σαφές ότι ήθελαν να βοηθήσουν στη διάσωση των Κώθον και των Λούχαν από τους Λευκομανδίτες. Έμοιαζαν να πιστεύουν ότι αρκούσε να πάνε στο στρατόπεδο των Λευκομανδιτών και να απαιτήσουν να τους επιστραφούν. Να προτάξουμε τα στήθη μας, είχε πει ο Τελ κι ο Πέριν είχε νιώσει τις τρίχες του να σηκώνονται όρθιες. Είχαν ακούσει πολλές ιστορίες από τους βάρδους. Είχαν ακούσει πολλούς ανόητους σαν τον Λουκ. Υποψιαζόταν ότι ο Γουίλ είχε κι άλλο λόγο, αν και προσπαθούσε να υποκριθεί ότι η Φάιλε δεν ήταν εκεί, όχι ότι οι άλλοι ήταν καλύτεροι.