«Φυσικά», είπε η Βέριν.
Την άκουσε να απομακρύνεται μαζί με τον Τόμας· τα σανδάλια της και οι μπότες του άφησαν μαλακούς ήχους στο έδαφος, που ήταν γεμάτο με τα περσινά, πεσμένα φύλλα. Άνοιξε τα μάτια. Η Φάιλε κοίταζε εκεί που είχαν χαθεί οι δυο τους και δεν έδειχνε ευχαριστημένη.
«Δεν θα σ' αφήσει ήσυχο», μουρμούρισε. Στο χέρι της κρεμόταν το πλεγμένο στεφάνι από κόκκινα-της-καρδιάς που είχε αφήσει ο Πέριν στη σέλα του.
«Οι Άες Σεντάι δεν σ' αφήνουν ποτέ», της είπε.
Εκείνη στράφηκε σ' αυτόν με έντονο ύφος. «Φαντάζομαι ότι θα προσπαθήσεις να τους βγάλεις απόψε;»
Έπρεπε να γίνει τώρα, επειδή προειδοποιούσε τον κόσμο στην περιοχή και οι άνθρωποι ήξεραν ποιος ήταν. Μπορεί οι Λευκομανδίτες να μην έκαναν κακό στους αιχμαλώτους. Μπορεί. Δεν εμπιστευόταν καθόλου το έλεος των Λευκομανδιτών. Έριξε μια ματιά στον Γκαούλ, ο οποίος ένευσε.
«Ο Ταμ αλ'Θόρ και ο Άμπελ Κώθον κινούνται καλά για υδρόβιοι, αλλά νομίζω ότι οι Λευκομανδίτες εδώ δεν βλέπουν ό,τι κινείται στο σκοτάδι. Νομίζω ότι περιμένουν τους εχθρούς να έρθουν με μεγάλο πλήθος και στα φανερά».
Η Τσιάντ έστρεψε στον Αελίτη τα γκρίζα μάτια της, που έμοιαζαν να γελούν. «Λες ότι εσύ θα αλαφροπατάς σαν τον άνεμο, Σκυλί της Πέτρας; Να δω ένα Σκυλί της Πέτρας να πατά ανάλαφρα και να το θαυμάσω. Όταν η δοραταδελφή μου κι εγώ σώσουμε τους αιχμαλώτους, ίσως γυρίσουμε να μαζέψουμε και σένα, γιατί έτσι που σε πήραν τα χρόνια αποκλείεται να βρεις το δρόμο μόνος σου». Η Μπάιν της άγγιξε το μπράτσο και η Τσιάντ κοίταξε έκπληκτη τη γυναίκα με τα πυρόξανθα μαλλιά. Ύστερα από λίγο φάνηκε να κοκκινίζει κάτω από την ηλιοψημένη επιδερμίδα της. Και οι δύο γυναίκες γύρισαν το βλέμμα στη Φάιλε, που ακόμα παρακολουθούσε τον Πέριν με το κεφάλι ψηλά και τα χέρια σταυρωμένα.
Ο Πέριν πήρε μια βαθιά ανάσα. Αν της έλεγε ότι δεν ήθελε να έρθει μαζί του, σχεδόν σίγουρα δεν θα έρχονταν ούτε η Μπάιν με την Τσιάντ. Τόνιζαν συνεχώς ότι ήταν με τη Φάιλε, όχι μ' αυτόν. Ίσως να μην ήταν μαζί του ούτε η Φάιλε. Ίσως να μπορούσαν να το κάνουν μόνο οι δυο τους, αυτός και ο Γκαούλ, αλλά δεν ήξερε πώς να την πείσει, αν δεν ήθελε και η ίδια να πειστεί. Τέτοια που ήταν, μάλλον θα τους ακολουθούσε στα κρυφά. «Μείνε κοντά μου», της είπε με σταθερή φωνή. «Θέλω να σώσω τους αιχμαλώτους, όχι να παραδώσω ακόμα έναν».
Εκείνη γέλασε και πήγε δίπλα του, χώνοντας τον ώμο της κάτω από το χέρι του. «Να μείνω κοντά σου, έτσι δεν είναι; Ωραία ιδέα». Του έβαλε στο κεφάλι το στεφάνι από τα κόκκινα λουλούδια και η Μπάιν χαχάνισε.
Εκείνος σήκωσε το βλέμμα ψηλά με αγανάκτηση· έβλεπε τα κοτσάνια να κρέμονται στο μέτωπό του. Σίγουρα έδειχνε σαν χαζός. Το άφησε όμως εκεί.
Ο ήλιος κατηφόριζε αργά, σαν να βούλιαζε σε μέλι. Ο Άμπελ έφερε λίγο ψωμί και τυρί —πάνω από τους μισούς επίδοξους ήρωες δεν είχαν φέρει τίποτα για προσφάι― τα οποία έφαγαν και μετά περίμεναν. Έπεσε η νύχτα, την οποία φώτιζε ένα φεγγάρι που ήταν ήδη ψηλά, ανεμπόδιστο από τα σύννεφα που περνούσαν γοργά. Ο Πέριν περίμενε. Τα φώτα έσβησαν στο στρατόπεδο των Λευκομανδιτών, καθώς και στο Λόφο της Σκοπιάς, αφήνοντας πίσω το λαμπύρισμα των αχνά φωτισμένων παραθύρων στον κατά τα άλλα σκοτεινό λόφο. Τότε ο Πέριν μάζεψε τον Ταμ, τη Φάιλε και τους Αελίτες δίπλα του. Όλα τα πρόσωπα του ήταν πεντακάθαρα. Η Βέριν στεκόταν αρκετά κοντά ώστε να ακούει. Ο Άμπελ και ο Τόμας ήταν με τους άλλους Δυποταμίτες και τους ησύχαζαν.
Ένιωθε παράξενα δίνοντας οδηγίες, έτσι τα είπε απλά. Ο Ταμ θα τους είχε όλους έτοιμους να φύγουν με τ' άλογα, αμέσως μόλις ο Πέριν θα επέστρεφε με τους αιχμαλώτους. Όταν οι Λευκομανδίτες θα ανακάλυπταν τι συνέβαινε θα τους κυνηγούσαν, οπότε χρειάζονταν ένα μέρος για να κρυφτούν. Ο Ταμ ήξερε ένα, μια άδεια αγροικία στην άκρη του Δυτικού Δάσους.
«Αν μπορέσετε, μη σκοτώσετε κανέναν», προειδοποίησε ο Πέριν τους Αελίτες. «Οι Λευκομανδίτες θα γίνουν πυρ και μανία όταν χάσουν τους αιχμαλώτους. Αν χάσουν και άντρες, θα βάλουν φωτιά στον ήλιο». Ο Γκαούλ και οι Κόρες ένευσαν σαν να ανυπομονούσαν να συνεχίσουν. Παράξενος λαός. Ύστερα χάθηκαν στη νύχτα.
«Να προσέχεις», του είπε μαλακά η Βέριν καθώς φορούσε το τόξο χιαστί στην πλάτη του. «Άλλο τα'βίρεν, άλλο αθάνατος».
«Ξέρεις, ο Τόμας θα μπορούσε να βοηθήσει».
«Λες ότι ένας παραπάνω θα άλλαζε κάτι;» είπε αυτή σκεφτικά. «Εκτός αυτού, του έχω άλλες δουλειές».
Ο Πέριν κούνησε το κεφάλι και βγήκε από το σύδεντρο, πέφτοντας στους αγκώνες και τα γόνατα, σχεδόν ένα με το χώμα, μόλις πέρασε το θάμνο. Η Φάιλε τον μιμήθηκε δίπλα του. Το χορτάρι και τα αγριολούλουδα ήταν αρκετά ψηλά για να τους κρύβουν. Ο Πέριν χαιρόταν που η Φάιλε δεν έβλεπε το πρόσωπό του. Ήταν τρομοκρατημένος. Όχι για τον εαυτό του, αλλά αν της συνέβαινε τίποτα...