Выбрать главу

Σαν να ήταν δύο ακόμα σκιές του φεγγαριού που προχωρούσαν, άρχισαν να σέρνονται στην ανοιχτή έκταση. Σταμάτησαν με το σινιάλο του Πέριν δέκα βήματα μακριά από κει που βημάτιζαν πάνω-κάτω οι φρουροί, των οποίων οι μανδύες έλαμπαν στο σεληνόφως, λίγο παραπέρα από την πρώτη σειρά των σκηνών. Δύο βρέθηκαν πρόσωπο με πρόσωπο σχεδόν μπροστά τους και σταμάτησαν βροντώντας τα πόδια.

«Είναι νύχτα κι όλα πάνε καλά», ανακοίνωσε ο ένας. «Το Φως να μας φωτίζει και να μας φυλάει από τη Σκιά».

«Είναι νύχτα κι όλα πάνε καλά», αποκρίθηκε ο άλλος. «Το Φως να μας φωτίζει και να μας φυλάει από τη Σκιά».

Έκαναν επιτόπια στροφή και συνέχισαν να προχωράνε, χωρίς να κοιτάνε ούτε δεξιά, ούτε αριστερά.

Ο Πέριν τους άφησε να κάνουν καμιά δεκαριά βήματα ο καθένας και μετά άγγιξε τη Φάιλε στον ώμο και σηκώθηκε, σχεδόν χωρίς ν' ανασαίνει. Δεν άκουγε ούτε και τη δική της ανάσα. Πατώντας στις μύτες των ποδιών, έτρεξαν ανάμεσά στις σκηνές και έσκυψαν πάλι όταν πέρασαν την πρώτη. Μέσα υπήρχαν άντρες που ροχάλιζαν ή μουρμούριζαν στον ύπνο τους. Με εξαίρεση αυτούς, το στρατόπεδο ήταν ήσυχο. Τα βαριά βήματα των φρουρών ακούγονταν καθαρά. Η μυρωδιά των σβησμένων εστιών στα μαγειρεία πλανιόταν στον αέρα, μαζί με τις οσμές από το μουσαμά, τα άλογα και τους ανθρώπους.

Έκανε σιωπηλά νόημα στη Φάιλε να τον ακολουθήσει. Στο σκοτάδι, τα σχοινιά των σκηνών ήταν παγίδες για ανυποψίαστα πόδια. Γι' αυτόν, όμως, φαινόταν ολοκάθαρα, που προχωρούσε ανάμεσά τους.

Είχε χαράξει στο νου του την τοποθεσία όπου βρισκόταν η σκηνή των αιχμαλώτων και την πλησίαζε επιφυλακτικά. Κοντά στο κέντρο του στρατοπέδου. Ήταν μακρύς ο δρόμος ως εκεί και μακρύς ο δρόμος της επιστροφής.

Όταν άκουσε ξύσιμο από μπότες στο χώμα και το γρύλισμα της Φάιλε, γύρισε και τότε τον έριξε κάτω μια μεγάλη μορφή με λευκό μανδύα, που χίμηξε πάνω του ― ένας άντρας ογκώδης σαν τον αφέντη Λούχαν. Σιδερένια δάχτυλα του έσφιξαν το λαιμό, καθώς οι δυο τους κυλιόνταν κάτω. Ο Πέριν άρπαξε με το ένα χέρι το σαγόνι του άλλου και του πίεσε το κεφάλι προς τα πίσω, προσπαθώντας να τον διώξει από πάνω του. Προσπάθησε να ανοίξει τη λαβή του άλλου και ύστερα τον γρονθοκόπησε στα πλευρά, κάτι που προκάλεσε μερικά μουγκρητά. Το αίμα πάλλονταν στα αφτιά του· η εικόνα του κόσμου στένεψε, σκοτεινιά απλώθηκε στα μάτια του. Έκανε να πιάσει το τσεκούρι, όμως τα δάχτυλά του είχαν μουδιάσει.

Ξαφνικά ο άλλος τινάχτηκε και σωριάστηκε πάνω του. Ο Πέριν έσπρωξε το νωθρό όγκο και πήρε βαθιές ανάσες στο γλυκό, νυχτερινό αέρα.

Η Φάιλε πέταξε δίπλα ένα κούτσουρο για τη φωτιά και έτριψε το κεφάλι της στο πλάι. «Αφού με έριξε κάτω, φαντάστηκε ότι είχε ξεμπερδέψει», ψιθύρισε.

«Μπορεί να ήταν ανόητος», απάντησε ο Πέριν ψιθυριστά κι αυτός, «αλλά ήταν δυνατός». Για αρκετές μέρες ακόμα θα ένιωθε εκείνα τα δάχτυλα στο λαιμό του. «Είσαι καλά;»

«Φυσικά. Δεν είμαι από πορσελάνη».

Όπως είχε αποδείξει, δεν ήταν.

Τράβηξε βιαστικά τον αναίσθητο άντρα πλάι σε μια σκηνή, όπου έλπιζε ότι θα αργούσαν να τον βρουν, του έβγαλε το λευκό μανδύα και του έδεσε τα χέρια και τα πόδια με κάτι περισσευούμενες χορδές τόξου. Βρήκε ένα μαντίλι στην τσέπη του άλλου, που χρησίμευσε για φίμωτρο. Δεν ήταν καθαρό, αλλά ήταν εκείνου το σφάλμα. Ο Πέριν τράβηξε το τόξο πάνω από το κεφάλι του και φόρεσε το μανδύα. Αν τους έβλεπε κανείς, μπορεί να τους περνούσε για Λευκομανδίτες. Ο μανδύας είχε ένα χρυσό κόμπο κάτω από τον ήλιο με τις ακτίνες, που έδειχνε το βαθμό. Αξιωματικός. Ακόμα καλύτερα.

Τώρα προχώρησε απροκάλυπτα και γρήγορα ανάμεσα στις σκηνές. Παρ' όλο που είχε κρύψει τον άλλο, μπορεί να τον έβρισκαν ανά πάσα στιγμή και να σήμαιναν συναγερμό. Η Φάιλε προχωρούσε επιφυλακτικά δίπλα του, σαν σκιά, κοιτώντας το στρατόπεδο για ίχνη ζωής με άγρυπνο βλέμμα, όπως και ο Πέριν. Το φεγγάρι έριχνε πυκνές σκιές στα σημεία ανάμεσα στις σκηνές, τόσο που δεν μπορούσαν να διακρίνουν τίποτα ούτε τα δικά του μάτια.

Καθώς πλησίαζαν τη σκηνή των αιχμαλώτων, έκοψε ταχύτητα για να μην ξεσηκώσει τους φρουρούς· ένας άντρας με λευκό μανδύα στεκόταν σ' αυτό το άκρο της σκηνής και η λαμπερή αιχμή μιας άλλης λόγχης υψωνόταν στην αντίθετη άκρη, πάνω από τη στέγη της σκηνής.

Ξαφνικά η αιχμή εκείνη εξαφανίστηκε. Δεν ακούστηκε κανένας ήχος. Απλώς έπεσε.

Ύστερα από μια στιγμή, δύο κομμάτια σκοτάδι έγιναν Αελίτες με πέπλα, από τους οποίους κανείς δεν ήταν αρκετά ψηλός για να είναι ο Γκαούλ. Πριν προλάβει ο φρουρός να σαλέψει, η μια μορφή πήδηξε στον αέρα και τον κλώτσησε στο πρόσωπο. Αυτός έπεσε στα γόνατα και τότε η άλλη Κόρη στριφογύρισε και τον κλώτσησε κι αυτή. Ο φρουρός έπεσε πλαδαρά στο έδαφος. Οι Κόρες κοίταξαν ολόγυρα μισοσκυμμένες, με τα δόρατα έτοιμα, για να δουν αν είχε σηκωθεί κανείς.