Βλέποντας τον Πέριν με το λευκό μανδύα, λίγο έλειψε να του ορμήσουν, μέχρι που είδαν τη Φάιλε. Η μια κούνησε το κεφάλι και ψιθύρισε στην άλλη, που φάνηκε να γελά σιωπηλά.
Ο Πέριν σκέφτηκε ότι δεν θα έπρεπε να είναι δυσαρεστημένος, εφόσον η Φάιλε πρώτα τον είχε σώσει από το στραγγαλισμό και τώρα τον έσωνε από ένα δόρυ στο συκώτι. Για υποτιθέμενος αρχηγός αποστολής διάσωσης, έδινε μια αρκετά καλή παράσταση μέχρι στιγμής.
Παραμέρισε την πόρτα της σκηνής και έχωσε το κεφάλι μέσα, που ήταν πιο σκοτεινά απ' έξω. Ο αφέντης Λούχαν κοιμόταν έτσι που να κλείνει την είσοδο της σκηνής, ενώ οι γυναίκες κοιμόνταν κουλουριασμένες μαζί στο βάθος. Ο Πέριν έκλεισε με το χέρι το στόμα του Λούχαν κι όταν ο άλλος άνοιξε τα μάτια, του έκανε νόημα να μη μιλήσει. «Ξύπνα τες», είπε ο Πέριν χαμηλόφωνα. «Ήσυχα. Θα σας βγάλουμε από δω». Τα μάτια του αφέντη Λούχαν άστραψαν, δείχνοντας ότι είχε καταλάβει, κι ύστερα ένευσε.
Ο Πέριν βγήκε από τη σκηνή και πήρε το μανδύα από τον πεσμένο φρουρό. Ο άνθρωπος ανάσαινε ακόμα —τραχιά, ενώ η ανάσα του έβγαινε γουργουρίζοντας μέσα από τη σπασμένη μύτη του― αλλά δεν ξύπνησε όταν ο Πέριν τον τράνταξε. Τώρα έπρεπε να κάνουν γρήγορα. Ο Γκαούλ ήταν εκεί, με το μανδύα από τον άλλο φρουρό. Οι τρεις Αελίτες κοίταζαν προσεκτικά τις άλλες σκηνές. Η Φάιλε σχεδόν χοροπηδούσε από την ανυπομονησία.
Όταν ο αφέντης Λούχαν έφερε έξω τη σύζυγό του και τις άλλες γυναίκες, που κοίταζαν νευρικά μέσα στο φεγγαρόφωτο, ο Πέριν φόρεσε βιαστικά το μανδύα στο σιδερά. Δεν του ταίριαζε καθόλου —ο Χάραλ Λούχαν έμοιαζε να είναι φτιαγμένος από κορμούς δέντρων― αλλά δεν υπήρχε άλλος τρόπος. Ο άλλος μανδύας ήταν για την Άλσμπετ Λούχαν. Δεν έφτανε τον όγκο του άντρα της, αλλά ήταν μεγαλόσωμη σαν άντρας. Στην αρχή το στρογγυλό πρόσωπό της έδειξε έκπληξη, ύστερα όμως ένευσε· πήρε το κωνικό κράνος του πεσμένου φρουρού από το κεφάλι του και το φόρεσε η ίδια, πιέζοντας το ώστε να χωρέσει η χοντρή πλεξούδα της. Έδεσαν και φίμωσαν τους δύο σκοπούς με λωρίδες από κουβέρτες και τους άφησαν μέσα στη σκηνή.
Ήταν αδύνατο να ξαναβγούν από κει που είχαν μπει, ο Πέριν το ήξερε από την αρχή· ακόμα κι αν ο αφέντης και η κυρά Λούχαν μπορούσαν να κινηθούν αθόρυβα —κάτι για το οποίο αμφέβαλλε― η Μποντ και η Έλντριν ήταν σφιχταγκαλιασμένες και κοκαλωμένες από την κατάπληξη και δεν πίστευαν ότι είχαν έρθει να τις σώσουν. Μόνο τα χαμηλά μουρμουρητά της μητέρας τους τις εμπόδιζαν να βάλουν τα κλάματα από την ανακούφιση. Ο Πέριν το είχε προσχεδιάσει έτσι. Χρειάζονταν άλογα, τόσο για μια γρήγορη έξοδο από το στρατόπεδο, όσο και για τη μεταφορά τους έπειτα. Άλογα υπήρχαν στους πασσάλους.
Οι Αελίτες προχώρησαν σαν φαντάσματα μπροστά κι αυτός ακολούθησε με τη Φάιλε και τους Κώθον από πίσω, με τον Χάραλ και την Άλσμπετ τελευταίους. Αν κάποιος έριχνε μια τυχαία ματιά, θα έμοιαζαν σαν τρεις Λευκομανδίτες που συνόδευαν τέσσερις γυναίκες.
Τα άλογα που ήταν δεμένα στους πασσάλους φυλάσσονταν, όμως μόνο από την πλευρά που ήταν μακριά από τις σκηνές. Στο κάτω-κάτω, γιατί να τα φυλάς από τους αναβάτες τους; Αυτό διευκόλυνε τη δουλειά του Πέριν. Απλώς πλησίασαν τη σειρά των αλόγων που ήταν κοντύτερα στις σκηνές, δεμένα μόνο από τα γκέμια, και έλυσαν από ένα ο καθένας, εκτός από τους Αελίτες. Το πιο δύσκολο ήταν να ανεβάσουν την κυρά Λούχαν στη γυμνή ράχη του αλόγου της· χρειάστηκε να προσπαθήσουν μαζί ο Πέριν και ο αφέντης Λούχαν, ενώ αυτή συνεχώς κατέβαζε τις φούστες για να κρύψει τα γόνατά της. Η Νάτι και τα κορίτσια της ανέβηκαν με ευκολία, όπως φυσικά και η Φάιλε. Οι σκοποί που υποτίθεται ότι φυλούσαν τα άλογα συνέχισαν τη μετρημένη διαδρομή τους, λέγοντας ο ένας στον άλλο ότι ήταν νύχτα κι όλα πήγαιναν καλά.
«Όταν σας πω», άρχισε να λέει ο Πέριν, όταν κάποιος στο στρατόπεδο έβγαλε μια φωνή και ύστερα άλλη μία, δυνατότερα· ένα κέρας ήχησε και άντρες που φώναζαν ξεχύθηκαν από τις σκηνές. Δεν είχε σημασία αν είχαν βρει τον αναίσθητο Λευκομανδίτη που του είχε επιτεθεί, ή την άδεια από αιχμαλώτους σκηνή. «Ακολουθήστε με!» κραύγασε ο Πέριν, χτυπώντας με τις φτέρνες το σκούρο μουνούχι που είχε διαλέξει. «Εμπρός!»
Κάλπαζαν χωρίς σειρά και τάξη, αλλά ο Πέριν προσπάθησε να έχει το νου του σε όλους. Ο αφέντης Λούχαν ήταν σχεδόν εξίσου κακός αναβάτης με τη γυναίκα του, αναπηδώντας και οι δυο καθώς τα άλογα έτρεχαν. Κάποια, η Μποντ ή η Έλντριν, τσίριζε μ' όλη της τη δύναμη, είτε από ενθουσιασμό, είτε από τρόμο. Οι φρουροί, ευτυχώς, δεν περίμεναν να τους παρουσιαστεί πρόβλημα από το εσωτερικό του στρατοπέδου. Ένας άντρας με λευκό μανδύα κοίταζε στο σκοτάδι και γύρισε την τελευταία στιγμή, ίσα για να βουτήξει έξω από το δρόμο των αλόγων, που εφορμούσαν με μια τσιρίδα ψιλή, σχεδόν σαν της μικρής των Κώθον. Πίσω τους ήχησαν κι άλλα κέρατα, ενώ φωνές που έμοιαζαν δίχως αμφιβολία με διαταγές γέμισαν τη νύχτα, πολύ πριν φτάσουν στο σύδεντρο. Όχι ότι τώρα θα τους πρόσφερε σπουδαία κάλυψη.