Выбрать главу

Ο Ταμ τους είχε ανεβάσει όλους στα άλογα, όπως είχε ζητήσει ο Πέριν. Από το μουνούχι, ο Πέριν πήδηξε αμέσως στον Γοργοπόδη. Η Βέριν και ο Τόμας ήταν οι μόνοι που δεν κλυδωνίζονταν στα άλογά τους· τα δικά τους ήταν τα μόνα που δεν χοροπηδούσαν από τη νευρικότητα των αναβατών τους. Ο Άμπελ προσπαθούσε να αγκαλιάσει μαζί τη γυναίκα και τις κόρες του, καθώς η οικογένεια όλη γελούσε και έκλαιγε. Ο αφέντης Λούχαν προσπαθούσε να σφίξει τα χέρια όσων έφτανε. Όλοι, εκτός από τους Αελίτες, τη Βέριν και τον Πρόμαχό της, έμοιαζαν να δίνουν συγχαρητήρια σε όλους, σαν να είχε τελειώσει η δουλειά.

«Μα, Πέριν, στ' αλήθεια εσύ είσαι!» αναφώνησε η κυρά Λούχαν. Το στρογγυλό της πρόσωπο φαινόταν παράξενο κάτω από το κράνος, το οποίο ήταν βαλμένο στραβά, εξαιτίας της πλεξούδας της. «Τι είναι αυτό το πράγμα στο πρόσωπό σου, νεαρέ μου; Σε ευγνωμονώ με όλη την καρδιά μου, αλλά δεν θέλω να έρθεις στο τραπέζι μου μοιάζοντας με —»

«Δεν έχουμε ώρα για τέτοια», της είπε, χωρίς να δώσει σημασία στην κατάπληξη που ζωγραφιζόταν στο πρόσωπό της. Δεν ήταν μια γυναίκα που τη διέκοπταν συχνά, όμως τα κέρατα των Λευκομανδιτών τώρα σήμαιναν όχι συναγερμό, αλλά κάτι άλλο· ήταν ένας σύντομος, επαναλαμβανόμενος ήχος, κοφτός και επίμονος. Κάποια διαταγή. «Ταμ, Άμπελ, πάρτε τον αφέντη Λούχαν και τις γυναίκες σε εκείνη την κρυψώνα που ξέρετε. Γκαούλ, πήγαινε μαζί τους. Κι εσύ, Φάιλε». Άρα μαζί και η Μπάιν με την Τσιάντ. «Και ο Χιου με τον Χάιμ». Μάλλον ήταν αρκετοί ώστε να υπάρχει ασφάλεια. «Να πηγαίνετε ήσυχα. Η σιωπή είναι καλύτερη από την ταχύτητα, για ακόμα λίγο. Αλλά φύγετε τώρα».

Αυτοί τους οποίους ανέφερε ξεκίνησαν προς τα δυτικά δίχως αντιλογίες, αν και η κυρά Λούχαν, που κρατούσε το άλογό της από τη χαίτη και με τα δύο χέρια, τον κοίταξε παράξενα. Αυτό που τον ξάφνιαζε, όμως, ήταν ότι η Φάιλε δεν του είχε φέρει την παραμικρή αντίρρηση κι έτσι άργησε λιγάκι να συνειδητοποιήσει ότι είχε αποκαλέσει τον αφέντη αλ'Θόρ και τον αφέντη Κώθον με το μικρό τους όνομα.

Η Βέριν με τον Τόμας είχαν μείνει πίσω. Ο Πέριν κοίταξε την Άες Σεντάι έντονα. «Υπάρχει καμιά πιθανότητα να μας βοηθήσεις, μήπως;»

«Όχι με τον τρόπο που εννοείς, ίσως», απάντησε αυτή γαλήνια, λες και το στρατόπεδο των Λευκομανδιτών δεν ήταν ξεσηκωμένο ένα μίλι πιο πέρα. «Οι λόγοι μου δεν είναι διαφορετικοί από αυτούς που σου είπα χθες. Αλλά πιστεύω ότι ίσως βρέξει σε... ας πούμε... μισή ώρα. Μπορεί και λιγότερο. Περιμένω ότι θα είναι μια αρκετά δυνατή βροχή».

Μισή ώρα. Ο Πέριν μούγκρισε και στράφηκε στα παλικάρια των Δύο Ποταμών που είχαν απομείνει. Σχεδόν έτρεμαν από την επιθυμία να το βάλουν στα πόδια και κρατούσαν τα τόξα με ασπρισμένα δάχτυλα από το σφίξιμο. Έλπισε να είχαν θυμηθεί να φέρουν εφεδρικές χορδές τουλάχιστον, μιας και θα έβρεχε. «Εμείς», τους είπε, «θα τραβήξουμε τους Λευκομανδίτες αλλού, ώστε η κυρά Κώθον, η κυρά Λούχαν και οι υπόλοιποι να διαφύγουν με ασφάλεια. Θα τους παρασύρουμε νότια, προς το Βόρειο Δρόμο, μέχρι να μας χάσουν στη βροχή. Αν θέλει κανείς να φύγει, ας το κάνει τώρα». Μερικά χέρια κουνήθηκαν στα χαλινάρια, όμως όλοι κάθισαν στις σέλες κοιτάζοντάς τον. «Εντάξει, λοιπόν. Να φωνάζετε σαν να τρελαθήκατε, για να μας ακούσουν. Να φωνάζετε μέχρι να φτάσουμε στο δρόμο».

Μουγκρίζοντας, γύρισε τον Γοργοπόδη και ξεκίνησε με καλπασμό προς το δρόμο. Στην αρχή δεν ήταν σίγουρος αν θα τον ακολουθούσαν, όμως τα άγρια ουρλιαχτά τους έπνιξαν το βρυχηθμό του και τις βροντές των οπλών. Αν δεν το άκουγαν αυτό οι Λευκομανδίτες, σίγουρα θα ήταν κουφοί.

Δεν σταμάτησαν όλοι να ουρλιάζουν όταν έφτασαν στο σκληρό, πατημένο χώμα του Βόρειου Δρόμου, εκεί που έστριψαν προς το νότο τρέχοντας μανιασμένα μέσα στη νύχτα. Μερικοί γελούσαν και αλάλαζαν. Ο Πέριν έβγαλε το λευκό μανδύα και τον άφησε να πέσει κάτω. Τα κέρατα ήχησαν πάλι, τώρα κάπως πιο αμυδρά.

«Πέριν», φώναξε ο Γουίλ γέρνοντας στο σβέρκο του αλόγου του, «τι κάνουμε τώρα; Τι θα κάνουμε μετά;»

«Θα κυνηγήσουμε Τρόλοκ!» φώναξε ο Πέριν πάνω από τον ώμο του. Έτσι όπως πολλαπλασιάστηκαν τα γέλια, δεν του φάνηκε να τον πιστεύουν. Όμως ένιωθε το βλέμμα της Βέριν να του τρυπά την πλάτη. Η Βέριν ήξερε. Μια βροντή στο νυχτερινό ουρανό μιμήθηκε τις οπλές των αλόγων.

34

Εκείνος Που Έρχεται Με Την Αυγή

Οι εωθινές σκιές κόνταιναν και ξεθώριαζαν, καθώς ο Ραντ και ο Ματ έτρεχαν στον κατάξερο, ακόμα σκοτεινό πυθμένα της κοιλάδας, αφήνοντας πίσω τους το Ρουίντιαν στο σάβανο της ομίχλης του. Η στεγνή ατμόσφαιρα μιλούσε για τη ζέστη που θα ερχόταν, όμως η ελαφριά αύρα δρόσιζε τον Ραντ έτσι που δεν φορούσε σακάκι. Αυτό δεν θα κρατούσε πολύ· σε λίγο θα τους έβρισκε το φως της μέρας και το λιοπύρι. Προχωρούσαν όσο πιο γρήγορα μπορούσαν για να το προλάβουν, όμως δεν πίστευαν πως θα τα κατάφερναν. Όσο γρήγορα κι αν έκαναν, δεν αρκούσε. Ο Ματ έτρεχε με συρτές, οδυνηρές δρασκελιές· μια σκούρα κόκκινη κηλίδα απλωνόταν στο μισό του πρόσωπο και το σακάκι του κρεμόταν ανοιχτό, αποκαλύπτοντας το πουκάμισό του με τα λυμένα κορδόνια, που κολλούσε στο στέρνο του από το ξεραμένο αίμα. Μερικές φορές άγγιζε φοβισμένα, μουγκρίζοντας μέσα από τα δόντια του, το φαρδύ σημάδι ολόγυρα στο λαιμό του, το οποίο τώρα είχε σχεδόν μαυρίσει. Σκόνταφτε συχνά, πέφτοντας πάνω στο παράξενο δόρυ του με το μαύρο κοντάρι και πιάνοντας το κεφάλι του. Αλλά δεν παραπονιόταν, κάτι που ήταν κακό σημάδι. Ο Ματ ήταν άφταστος όταν ήταν να παραπονεθεί για ασήμαντες ενοχλήσεις· αφού τώρα ήταν βουβός, σήμαινε ότι πονούσε πολύ.