Выбрать главу

Την παλιά, σχεδόν γιατρεμένη λαβωματιά στο πλευρό του Ραντ έμοιαζε να την τρυπά κάτι και τα κοψίματα στο πρόσωπο και στο κεφάλι του τον έκαιγαν, όμως αυτός προχωρούσε ακόμα, μισοσκυμμένος πάνω από την πλευρά του που τον πονούσε, ενώ σχεδόν δεν σκεφτόταν τους δικούς του πόνους. Στην προσοχή του κυριαρχούσαν ο ήλιος, που ανέτελλε πίσω του, και οι Αελίτες, που περίμεναν στη γυμνή βουνοπλαγιά μπροστά του. Υπήρχαν νερό και σκιά εκεί πάνω, καθώς και βοήθεια για τον Ματ. Ο ανατέλλων ήλιος πίσω και οι Αελίτες μπροστά. Η αυγή και το Άελ.

Εκείνος Που Έρχεται Με Την Αυγή. Η Άες Σεντάι που είχε δει, ή που είχε ονειρευτεί ότι είχε δει πριν από το Ρουίντιαν, είχε μιλήσει σαν να είχε την Πρόβλεψη. Θα σας ενώσει. Θα σας γυρίσει πίσω και θα σας καταστρέψει. Λόγια ειπωμένα σαν προφητεία. Θα τους κατέστρεφε. Η προφητεία έλεγε ότι πάλι θα Τσάκιζε τον Κόσμο. Η ιδέα του προκαλούσε φρίκη. Ίσως κατόρθωνε να γλιτώσει απ' αυτό το μέρος της προφητείας τουλάχιστον, αλλά ο πόλεμος, ο θάνατος και ο όλεθρος ήδη τον ακολουθούσαν στα βήματα του. Το Δάκρυ ήταν το πρώτο μέρος εδώ και πολύ καιρό, ή τουλάχιστον του φαινόταν πολύς ο καιρός, στο οποίο δεν είχε αφήσει πίσω του το χάος, ανθρώπους να καίγονται και χωριά να καταστρέφονται.

Ευχήθηκε να μπορούσε να σκαρφαλώσει στο Τζήντ'εν και να τρέξει ως εκεί που θα άντεχε το άλογό του. Δεν ήταν η πρώτη φορά που το ευχόταν. Μα δεν μπορώ να τρέξω, σκέφτηκε. Πρέπει να το κάνω, επειδή δεν υπάρχει άλλος που να μπορεί. Ή το κάνω, ή νικά ο Σκοτεινός. Άσπλαχνό πάρε-δώσε, μα δεν υπήρχε άλλος τρόπος. Μα γιατί να καταστρέψω τους Αελίτες; Πώς;

Η τελευταία αυτή σκέψη τον έκανε να παγώνει. Ήταν σαν να αποδεχόταν ότι θα το έκανε, ότι έπρεπε να το κάνει. Δεν ήθελε να βλάψει τους Αελίτες. «Φως μου», είπε τραχιά, «δεν θέλω να καταστρέψω κανέναν». Πάλι ένιωθε το στόμα γεμάτο σκόνη.

Ο Ματ τον κοίταξε σιωπηλά. Το βλέμμα του ήταν επιφυλακτικό.

Ακόμα δεν τρελάθηκα, σκέφτηκε ο Ραντ σκοτεινά.

Πάνω στην πλαγιά, οι Αελίτες είχαν αρχίσει να σαλεύουν στα τρία στρατόπεδα. Ψυχρά, το γεγονός ήταν ότι τους χρειαζόταν. Αυτός ήταν ο λόγος που είχε αρχίσει να το μελετά τότε, που είχε πρωτοανακαλύψει ότι ο Αναγεννημένος Δράκοντας και Εκείνος Που Έρχεται Με Την Αυγή ίσως να ήταν ένα και το αυτό. Ήθελε ανθρώπους που να μπορεί να τους εμπιστευτεί, ανθρώπους που θα τον ακολουθούσαν από κάτι άλλο, εκτός από το φόβο ή τη δίψα της εξουσίας. Ανθρώπους που δεν σκόπευαν να τον χρησιμοποιήσουν για δικούς τους σκοπούς. Είχε κάνει ό,τι του είχαν ζητήσει και τώρα θα τους χρησιμοποιούσε. Επειδή έπρεπε. Δεν είχε τρελαθεί ακόμα —έτσι νόμιζε― αλλά πολλοί αυτό θα πίστευαν, βλέποντας τις πράξεις του.

Το σκληρό φως του ήλιου τους πρόφτασε πριν αρχίσουν να αναρριχώνται στο Τσήνταρ κι η ζέστη ήταν σαν ρόπαλο. Ο Ραντ σκαρφάλωνε όσο πιο γρήγορα μπορούσε στην ανώμαλη πλαγιά, με τα βαθουλώματα, τα ψηλώματα και τις τραχιές προεξοχές της· το λαρύγγι του είχε ξεχάσει το τελευταίο νερό που είχε πιει και ο ήλιος στέγνωνε το πουκάμισό του, την ίδια στιγμή που το έβρεχε ο ιδρώτας. Ούτε ο Ματ είχε ανάγκη από παρακάλια. Υπήρχε νερό εκεί πάνω. Η Μπάιρ στεκόταν μπροστά στις χαμηλές σκηνές των Σοφών με ένα ασκί στο χέρι, που γυάλιζε από τη δροσιά. Γλείφοντας τα σκασμένα χείλη του, ο Ραντ ήταν σίγουρος ότι το έβλεπε να γυαλίζει.

«Πού είναι; Τι του έκανες;»

Ο βρυχηθμός έκανε τον Ραντ να σταματήσει εκεί που ήταν. Ο άντρας με τα φλογάτα μαλλιά, ο Κουλάντιν, στεκόταν σε μια χοντρή προεξοχή από γρανίτη που ξεπρόβαλλε από το βουνό. Κι άλλοι της φατρίας Σάιντο ήταν μαζεμένοι γύρω από τη βάση της, κοιτάζοντας τον Ραντ και τον Ματ. Μερικοί φορούσαν το πέπλο τους.