«Για ποιον λες;» απάντησε δυνατά ο Ραντ. Η φωνή του ράγιζε από τη δίψα.
Τα μάτια του Κουλάντιν γούρλωσαν από την οργή. «Για τον Μουράντιν, υδρόβιε! Μπήκε μέσα δυο μέρες πριν από σένα, όμως εσύ βγαίνεις πρώτος. Δεν μπορεί να απέτυχε και να επέζησες εσύ! Το δίχως άλλο, τον σκότωσες!»
Του Ραντ του φάνηκε ότι άκουσε μια φωνή από τις σκηνές των Σοφών, αλλά πριν προλάβει καν να βλεφαρίσει, ο Κουλάντιν τινάχτηκε σαν φίδι και του έριξε ένα δόρυ ίσια πάνω του. Δύο ακόμα ακολούθησαν το πρώτο, από τους Αελίτες στη βάση της γρανιτένιας προεξοχής.
Ενστικτωδώς, ο Ραντ άρπαξε το σαϊντίν και το σπαθί που ήταν σμιλεμένο από φλόγα. Η λεπίδα στριφογύρισε στα χέρια του —ο Ανεμοστρόβιλος Στο Βουνό· ταιριαστή ονομασία― κόβοντας στη μέση δύο δόρατα. Το περιστρεφόμενο, μαύρο δόρυ του Ματ παραμέρισε την τελευταία στιγμή το τρίτο.
«Η απόδειξη!» ούρλιαξε ο Κουλάντιν. «Μπήκαν οπλισμένοι στο Ρουίντιαν! Απαγορεύεται! Κοιτάξτε το αίμα πάνω τους! Σκότωσαν τον Μουράντιν!» Πριν σταματήσει να μιλά, είχε εξαπολύσει κι άλλο ένα δόρυ, το οποίο αυτή τη φορά ήταν ένα ανάμεσα σε δώδεκα.
Ο Ραντ βούτηξε στο πλάι και μόλις που διέκρινε τον Ματ να πηδά από την απέναντι πλευρά, όμως πριν αγγίξουν το έδαφος, τα δόρατα έπεσαν το ένα στο άλλο στο σημείο που στεκόταν ο Ραντ και αναπήδησαν. Όταν ξανασηκώθηκε, είδε ότι όλα τα δόρατα είχαν καρφωθεί στο βραχώδες έδαφος, σχηματίζοντας έναν τέλειο κύκλο στο σημείο απ' όπου είχε πηδήξει. Για μια στιγμή, ακόμα και ο Κουλάντιν φάνηκε να μένει αποσβολωμένος κι ασάλευτος.
«Σταματήστε!» φώναξε η Μπάιρ, τρέχοντας μέσα σ' αυτό το τοπίο της ακινησίας. Η μακριά, φαρδιά φούστα της δεν την εμπόδιζε καθόλου· κατηφόριζε τρέχοντας την πλαγιά σαν κοπέλα, παρά τα άσπρα μαλλιά της, και μάλιστα εξοργισμένη κοπέλα. «Η ειρήνη του Ρουίντιαν, Κουλάντιν!» Η ψιλή φωνή της ήταν σαν σιδερένιο ραβδί. «Δυο φορές προσπάθησες να την παραβιάσεις. Άλλη μια φορά και θα κηρυχθείς εκτός νόμου! Σου δίνω το λόγο μου! Κι εσύ και όποιοι σηκώσουν χέρι!» Σταμάτησε μπροστά στον Ραντ, αντικρίζοντας τους Σάιντο με το ασκί υψωμένο, σαν να ήταν έτοιμη να τους δείρει μ' αυτό. «Όποιος με αμφισβητεί, ας σηκώσει το όπλο! Θα στερηθεί τη σκιά, σύμφωνα με τη Συμφωνία του Ρουίντιαν, και θα του αρνηθούν φρούριο, κρυψώνα και σκηνή. Η ίδια του η φυλή θα τον κυνηγήσει σαν αγρίμι».
Οι Σάιντο αποκάλυψαν βιαστικά τα πρόσωπά τους —κάποιοι απ' αυτούς― αλλά ο Κουλάντιν δεν αποθαρρύνθηκε. «Είναι οπλισμένοι, Μπάιρ! Πήγαν οπλισμένοι στο Ρουίντιαν! Είναι —!»
«Σιωπή!» Η Μπάιρ του κούνησε τη γροθιά. «Τολμάς να μιλάς για όπλα; Εσύ, που ήσουν έτοιμος να παραβιάσεις την Ειρήνη του Ρουίντιαν και να σκοτώσεις με το πρόσωπο ορατό σ' ολόκληρο τον κόσμο; Δεν πήραν όπλα μαζί τους· είμαι μάρτυρας». Του γύρισε την πλάτη, όμως η ματιά της, που στράφηκε στον Ραντ και τον Ματ, δεν ήταν πιο μαλακή από εκείνη που είχε ρίξει στον Κουλάντιν. Έκανε μια γκριμάτσα, βλέποντας το παράξενο δόρυ του Ματ με το σπαθί για αιχμή. «Το βρήκες στο Ρουίντιαν, μικρέ μου;» μουρμούρισε.
«Μου το έδωσαν, γιαγιά», μούγκρισε τραχιά ο Ματ. «Το πλήρωσα και θα το κρατήσω».
Εκείνη ξεφύσησε. «Και οι δύο δείχνετε σαν να κυλιόσασταν σε μαχαιρόχορτο. Τι...; Όχι, θα μου τα πείτε μετά». Κοίταξε το σμιλεμένο από τη Δύναμη σπαθί του Ραντ και ανατρίχιασε. «Ξεφορτώσου το. Και δείξε τους τα σημάδια, πριν κάνει να τους ξεσηκώσει πάλι αυτός ο ανόητος, ο Κουλάντιν. Με τα νεύρα του, δεν θα δίσταζε να βγάλει εκτός νόμου όλη τη φατρία του. Γρήγορα!»
Για μια στιγμή έμεινε να την κοιτάζει. Σημάδια; Έπειτα θυμήθηκε αυτό που του είχε δείξει κάποτε ο Ρούαρκ, το σημάδι ενός ανθρώπου που είχε επιζήσει από το Ρουίντιαν. Εξαφάνισε το σπαθί, έλυσε τα κορδόνια του αριστερού μανικιού του και σήκωσε το μανίκι ως τον αγκώνα.
Γύρω από τον πήχη του τυλιγόταν μια μορφή σαν εκείνη που είχε το λάβαρο του Δράκοντα, μια φιδίσια μορφή με χρυσή χαίτη και χρυσοπόρφυρες φολίδες. Το περίμενε, βεβαίως, αλλά κι έτσι τον ξάφνιασε. Αυτό το πράγμα έμοιαζε να είναι ένα με το δέρμα του, σαν να είχε κολλήσει πάνω του αυτό το ανύπαρκτο πλάσμα.
Δεν ένιωθε διαφορά στο χέρι του, όμως οι φολίδες άστραφταν στον ήλιο σαν γυαλισμένο μέταλλο· του φαινόταν ότι, αν άγγιζε τη χρυσή χαίτη στον καρπό του, σίγουρα θα ένιωθε την κάθε τρίχα.
Σήκωσε το χέρι στον αέρα μόλις το γύμνωσε, ψηλά για να το δουν ο Κουλάντιν και οι άνθρωποί του. Ακούστηκαν μουρμουρητά από τους Σάιντο και ο Κουλάντιν γύμνωσε τα δόντια χωρίς να μιλήσει. Το πλήθος γύρω από τη γρανιτένια προεξοχή μεγάλωνε, καθώς έρχονταν κι άλλοι Σάιντο από τις σκηνές τους. Ο Ρούαρκ στεκόταν μαζί με τον Χάιρν και τους Τζίντο του λιγάκι ψηλότερα· παρακολουθούσαν τους Σάιντο επιφυλακτικά και τον Ραντ με μια αίσθηση προσδοκίας, την οποία δεν είχε ικανοποιήσει το υψωμένο χέρι του Ραντ. Ο Λαν στεκόταν στη μέση, ανάμεσα στις δύο ομάδες, με τα χέρια να αναπαύονται στη λαβή του σπαθιού του και το πρόσωπο βαρύ σαν θύελλα.