«Σήμερα είναι η έβδομη μέρα», είπε εκείνη. «Η έβδομη μέρα από τότε που κατεβήκατε στην κοιλάδα».
Το ασκί του έπεσε από τα χέρια. Η Σεάνα το άρπαξε μόλις χύθηκαν στη βραχώδη πλαγιά μόνο λίγες σταγόνες από το περιεχόμενό του, που ήταν τόσο πολύτιμο στην Ερημιά. Ο Ραντ μόλις που το πρόσεξε. Επτά μέρες. Και τι δεν θα μπορούσε να έχει συμβεί σε επτά μέρες. Μπορεί να με πλησιάζουν, μπορεί να έχουν καταλάβει τι σχεδιάζω. Πρέπει να κινηθώ. Γρήγορα. Πρέπει να προπορεύομαι συνεχώς. Δεν έφτασα ως εδώ για να αποτύχω.
Όλοι τον κοίταζαν, ακόμα και ο Ρούαρκ με τον Ματ, και στα πρόσωπά τους φαινόταν καθαρά η έγνοια. Και η επιφυλακτικότητα. Διόλου παράξενο αυτό. Ποιος ήξερε τι θα έκανε τώρα ο Ραντ, ή αν είχε ακόμα τα λογικά του; Μόνο ο Λαν διατήρησε τη σκληρή, βλοσυρή έκφραση του.
«Σου είπα ότι ήταν η Αβιέντα εκείνη, Ραντ. Τσίτσιδη, όπως τη γέννησε η μάνα της». Η φωνή του Ματ είχε μια οδυνηρή βραχνάδα και τα πόδια του έμοιαζαν έτοιμα να λυγίσουν.
«Πόσο ακόμα μέχρι να γυρίσει η Μουαραίν;» ρώτησε ο Ραντ. Αν είχαν μπει μαζί, σύντομα θα έπρεπε να γυρίσει.
«Αν δεν έχει επιστρέψει ως τη δέκατη μέρα», αποκρίθηκε η Μπάιρ, «δεν θα επιστρέψει. Κανένας δεν έκανε πάνω από δέκα μέρες για να επιστρέψει».
Ίσως άλλες τρεις μέρες. Τρεις ακόμα μέρες, ενώ είχε ήδη χάσει επτά. Τώρα ας έρθουν. Δεν θα αποτύχω! Μόλις που κράτησε μια άγρια έκφραση να μη φανεί στο πρόσωπό του. «Μπορείτε να διαβιβάζετε. Τουλάχιστον μία από σας μπορεί. Είδα πώς πετάξατε τον Κουλάντιν. Θα Θεραπεύσετε τον Ματ;»
Η Άμυς και η Μελαίν αντάλλαξαν μια ματιά που, αν ήθελε ο Ραντ να την περιγράψει, θα έλεγε ότι ήταν πικρή.
«Οι δρόμοι μας στράφηκαν αλλού», είπε με λύπη η Άμυς. «Υπάρχουν Σοφές που μπορούν να κάνουν αυτό που ζητάς, με κάποιον τρόπο, αλλά εμείς όχι».
«Τι εννοείς;» ρώτησε θυμωμένα. «Μπορείτε να διαβιβάσετε σαν Άες Σεντάι. Γιατί δεν μπορείτε να Θεραπεύσετε σαν αυτές; Εξ αρχής δεν θέλατε να πάει στο Ρουίντιαν. Λέτε τώρα να τον αφήσετε να πεθάνει γι’ αυτό;»
«Θα επιζήσω», είπε ο Ματ, αλλά τα μάτια του ήταν μισόκλειστα από τον πόνο.
Η Εγκουέν έπιασε τον Ραντ από το μπράτσο. «Δεν ξέρουν όλες οι Άες Σεντάι να Θεραπεύουν καλά», είπε κατευναστικά. «Οι καλύτερες Θεραπεύτριες είναι του Κίτρινου Άτζα. Η Σέριαμ, η Κυρά των Μαθητευομένων, δεν μπορεί να Θεραπεύσει κάτι χειρότερο από μια μελανάδα ή ένα μικρό κόψιμο. Δεν μπορεί δυο γυναίκες να έχουν ακριβώς τα ίδια Ταλέντα ή δεξιοτεχνίες».
Ο τόνος της τον εκνεύρισε. Δεν ήταν ιδιότροπο παιδί για να τον γαληνεύει. Κοίταξε συνοφρυωμένος τις Σοφές. Είτε δεν μπορούσαν, είτε δεν ήθελαν, όποιος κι αν ήταν ο λόγος, τώρα με τον Ματ θα έπρεπε να περιμένουν τη Μουαραίν. Αν δεν τη σκότωνε εκείνη η φυσαλίδα του κακού, εκείνα τα πλάσματα της σκόνης. Τώρα πρέπει να είχαν διαλυθεί· εκείνα τα άλλα, στο Δάκρυ, του είχαν δείξει πως υπήρχε ένα τέλος. Δεν θα τη σταματούσαν. Μπορούσε να τα αντιμετωπίσει διαβιβάζοντας. Ξέρει τι κάνει· δεν χρειάζεται να τα ανακαλύπτει όλα σιγά-σιγά, όπως κάνω εγώ. Μα τότε γιατί δεν είχε επιστρέψει και γιατί ο ίδιος δεν την είχε δει; Ανόητη ερώτηση. Θα μπορούσαν να είναι εκατό άνθρωποι στο Ρουίντιαν, χωρίς να δουν ο ένας τον άλλο. Υπήρχαν πολλές ερωτήσεις και, όπως υποψιαζόταν, μηδέν απαντήσεις, μέχρι την επιστροφή της Μουαραίν. Αν υπήρχαν απαντήσεις και τότε.
«Έχουμε βότανα και αλοιφές», είπε η Σεάνα. «Ελάτε στη σκιά και θα φροντίσουμε τα τραύματά σας».
«Στη σκιά», μουρμούρισε ο Ραντ. «Ναι». Φερόταν σαν αγροίκος, αλλά δεν τον ένοιαζε. Γιατί είχε πάει στο Ρουίντιαν η Μουαραίν; Δεν την εμπιστευόταν ότι θα σταματούσε να τον πιέζει προς την κατεύθυνση που αυτή θεωρούσε καλύτερη, ενώ η δική του γνώμη της ήταν άχρηστη. Αν ήταν στο Ρουίντιαν, μήπως είχε να επηρεάσει αυτά που είχε δει ο Ραντ; Μήπως τα είχε αλλάξει με κάποιον τρόπο; Αν μπορούσε έστω και να υποψιαστεί τι σκόπευε να κάνει...
Ο Ραντ ξεκίνησε για τις σκηνές της Τζίντο —οι άνθρωποι του Κουλάντιν μάλλον δεν θα του πρόσφεραν μέρος για να ξεκουραστεί― όμως η Άμυς τον έστρεψε προς το επίπεδο σημείο ψηλότερα, όπου βρίσκονταν οι σκηνές των Σοφών. «Μπορεί να μη νιώθουν ακόμα άνετα μαζί σου», του είπε. Ο Ρούαρκ, που ακολουθούσε δίπλα τους, ένευσε.
Η Μελαίν έριξε μια ματιά στον Λαν. «Δεν είναι δική σου δουλειά, Ααν'αλάιν. Εσύ και ο Ρούαρκ πάρτε τον Μάτριμ και —»
«Όχι», την έκοψε ο Ραντ. «Τους θέλω μαζί μου». Εν μέρει επειδή ήθελε απαντήσεις από τον αρχηγό φατρίας και εν μέρει καθαρά από πείσμα. Αυτές οι Σοφές ήταν έτοιμες να του περάσουν λουρί, ακριβώς όπως η Μουαραίν. Δεν θα το ανεχόταν. Κοίταξαν η μια την άλλη και μετά ένευσαν, σαν να συναινούσαν σε μια παράκληση. Γελιόνταν, αν νόμιζαν ότι θα φερόταν σαν καλό αγοράκι επειδή του είχαν δώσει γλυκό. «Θα φανταζόμουν ότι θα ήσουν με τη Μουαραίν», είπε στον Λαν, αγνοώντας τις Σοφές και τα νεύματά τους.