Выбрать главу

Μια φευγαλέα έκφραση ντροπής εμφανίστηκε στο πρόσωπο του Πρόμαχου. «Οι Σοφές κατάφεραν σχεδόν ως το ηλιοβασίλεμα να κρατήσουν κρυφή την αναχώρησή της», είπε ενοχλημένος. «Ύστερα με... έπεισαν ότι θα ήταν άσκοπο να την ακολουθήσω. Είπαν ότι ακόμα κι αν την ακολουθούσα, δεν θα την έβρισκα παρά μόνο όταν θα έβγαινε και τότε δεν θα με χρειαζόταν. Δεν είμαι πια σίγουρος αν έπρεπε να τις ακούσω».

«Να ακούσεις!» Η Μελαίν ξεφύσησε. Τα χρυσά και φιλντισένια βραχιόλια της κροτάλισαν, καθώς έσιαζε την εσάρπα της ενοχλημένη. «Έτσι είναι οι άντρες, παριστάνουν τους λογικούς. Σχεδόν σίγουρα θα είχες πεθάνει και πιθανότατα θα τη σκότωνες κι αυτήν».

«Η Μελαίν κι εγώ τον πιέζαμε μισή νύχτα, μέχρι να μας ακούσει», είπε η Άμυς. Το αμυδρό χαμόγελό της έδειχνε ότι το έβρισκε διασκεδαστικό.

Το πρόσωπο του Λαν έμοιαζε σμιλεμένο από σύννεφα καταιγίδας. Τούτο δεν ήταν παράξενο, αν οι Σοφές είχαν χρησιμοποιήσει πάνω του τη Δύναμη. Μα τι έκανε η Μουαραίν εκεί πέρα;

«Ρούαρκ», είπε ο Ραντ, «πώς να ενώσω τους Αελίτες, όπως λέγεται; Δεν θέλουν καν να με κοιτάξουν». Σήκωσε για μια στιγμή τους γυμνούς πήχεις του· οι φολίδες του Δράκοντα άστραψαν στο σκληρό φως. «Λένε ότι είμαι Εκείνος Που Έρχεται Με Την Αυγή, αλλά παραλίγο να το βάλουν στα πόδια όταν τους τα έδειξα».

«Είναι άλλο πράγμα να ξέρεις ότι μια προφητεία θα πραγματοποιηθεί τελικά», είπε αργά ο αρχηγός φατρίας, «και άλλο να δεις την εκπλήρωση της να ξεκινάει μπροστά στα μάτια σου. Λέγεται ότι θα κάνεις τις φατρίες πάλι ένα λαό, όμως πολεμούσαμε μεταξύ μας σχεδόν όσο καιρό πολεμούμε τον υπόλοιπο κόσμο. Επίσης, για μερικούς από μας υπάρχουν κι άλλα».

Θα σας ενώσει και θα σας καταστρέψει. Πρέπει να το είχε ακούσει και ο Ρούαρκ, όπως και οι άλλοι αρχηγοί φατρίας και οι Σοφές, αν είχαν μπει στο δάσος με τις αστραφτερές, γυάλινες κολώνες. Αν η Μουαραίν δεν τα είχε κανονίσει έτσι, ώστε να δει ο Ραντ ένα ειδικό όραμα. «Όλοι βλέπουν τα ίδια πράγματα μέσα σε εκείνες τις κολώνες, Ρούαρκ;»

«Όχι!» είπε απότομα η Μελαίν, με μάτια σαν πράσινο ατσάλι. «Ή θα σιωπήσεις, ή θα διώξεις τον Ααν'αλάιν και τον Μάτριμ. Πρέπει να φύγεις κι εσύ, Εγκουέν».

«Δεν επιτρέπεται», είπε η Άμυς με λίγο πιο μαλακή φωνή, «να μιλάς γι' αυτό που συμβαίνει στο Ρουίντιαν, παρά μόνο με εκείνους που έχουν πάει εκεί». Ελάχιστα πιο μαλακή. «Ακόμα και τότε, ελάχιστοι μιλούν γι' αυτό, και σπανίως».

«Σκοπεύω να αλλάξω το τι επιτρέπεται και τι όχι», είπε ο Ραντ ήρεμα. «Να το συνηθίσετε». Έπιασε την Εγκουέν να μουρμουρίζει ότι έπρεπε να του τραβήξει το αφτί και της χαμογέλασε. «Μπορεί να μείνει και η Εγκουέν, εφόσον το ζητά τόσο ευγενικά». Εκείνη του έβγαλε τη γλώσσα και μετά κοκκίνισε, όταν κατάλαβε τι είχε κάνει.

«Αλλαγή», είπε ο Ρούαρκ. «Ξέρεις ότι φέρνει την αλλαγή, Άμυς. Αυτό που μας κάνει να μοιάζουμε με παιδιά στο σκοτάδι είναι που αναρωτιόμαστε τι αλλαγή και πώς. Αφού πρέπει να γίνει, ας αρχίσει τώρα. Από τους αρχηγούς φατρίας με τους οποίους έχω μιλήσει, κανείς δεν είδε μέσα από τα ίδια μάτια, Ραντ, κανείς δεν είδε ακριβώς τα ίδια πράγματα, μέχρι το μοίρασμα του νερού και τη συνάντηση, όπου έγινε η Συμφωνία του Ρουίντιαν. Δεν ξέρω αν ισχύει το ίδιο και για τις Σοφές, αλλά υποψιάζομαι ότι έτσι είναι. Νομίζω είναι θέμα αίματος, καταγωγής. Πιστεύω ότι κοίταξα μέσα από κι μάτια των προγόνων μου κι εσύ από των δικών σου».

Η Άμυς και οι άλλες Σοφές τον αγριοκοίταξαν μουτρωμένες κι αμίλητες. Ο Ματ και η Εγκουέν έδειχναν κι αυτοί μπερδεμένοι. Μόνο ο Λαν δεν έμοιαζε να ακούει τίποτα· το βλέμμα του ήταν στραμμένο μέσα του, δίχως αμφιβολία ανησυχώντας για τη Μουαραίν.

Ο Ραντ ένιωθε κι αυτός κάπως παράξενα. Να δει μέσα από τα μάτια των προγόνων του. Ήξερε από καιρό ότι ο Ταμ αλ'Θόρ δεν ήταν ο πραγματικός πατέρας του, ότι ο Ταμ τον είχε βρει νεογέννητο στις πλαγιές του Όρους του Δράκοντα, μετά την τελευταία μεγάλη μάχη του Πολέμου των Αελιτών. Νεογέννητο με τη νεκρή μητέρα του, μια Κόρη του Δόρατος. Είχε ισχυριστεί ότι είχε αίμα Αελίτη για να απαιτήσει την είσοδό του στο Ρουίντιαν, όμως μόλις τώρα συνειδητοποιούσε μέσα του αυτό το γεγονός. Οι πρόγονοί του. Αελίτες.

«Τότε είδες το Ρουίντιαν όταν άρχισε να χτίζεται», είπε. «Και τις δύο Άες Σεντάι. Και... άκουσες τι είπε η μια τους». Θα σας καταστρέψει.

«Το άκουσα». Ο Ρούαρκ είχε πάρει μια παραιτημένη έκφραση, σαν άνθρωπος που είχε μάθει ότι πρέπει να του κόψουν το πόδι. «Το ξέρω».

Ο Ραντ άλλαξε θέμα. «Τι ήταν το “μοίρασμα του νερού”;»